Σήμερα 38 Αυγούστου συμπληρώνονται έξι μήνες από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή με την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου η παγκόσμια οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα πέρα από όσο θα προέβλεπαν ορισμένοι αρχικά.
Το ίδιο και οι αγορές, οι οποίες παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος μερικών εβδομάδων -όπως είχε αναγγείλει ο Τραμπ- εξελίχθηκε σε ένα αδιέξοδο που δεν φαίνεται να έχει τέλος στον ορίζοντα, έδειξαν αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα.
Οι αγορές συνηθίζουν τον πόλεμο
Οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν ευμετάβλητες εν μέσω της συνεχούς αβεβαιότητας. Τα προθεσμιακά συμβόλαια πετρελαίου τύπου Brent πρώτου μήνα έχουν καταγράψει άνοδο σχεδόν 20% από την έναρξη του πολέμου — ωστόσο, διαμορφώνονται πλέον περίπου ένα τρίτο χαμηλότερα από την κορύφωση του Απριλίου στα 126,41 δολάρια το βαρέλι.
Η αγορά πετρελαίου παραμένει οπισθοβαρής, δηλαδή οι τρέχουσες τιμές είναι υψηλότερες από εκείνες των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, φαινόμενο που συμβαίνει όταν τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για άμεσες ή εγγύς παραδόσεις πωλούνται με premium έναντι των μεταγενέστερων παραδόσεων, υποδηλώνοντας την προσδοκία των επενδυτών ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν με την πάροδο του χρόνου.
Την ίδια στιγμή, οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν επίσης προσπεράσει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανές επιπτώσεις του πολέμου, με τις παγκόσμιες μετοχές να σημειώνουν ευρεία άνοδο φέτος, καθώς η αισιοδοξία για τα εταιρικά κέρδη αντιστάθμισε τις ανησυχίες για τις συνέπειες του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία.
Δεν διαφαίνεται άμεση εκτόνωση
«Ο πόλεμος έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, με καμία από τις δύο πλευρές να μην φαίνεται έτοιμη να κλιμακώσει ή να προβεί σε υποχωρήσεις», δήλωνε στο CNBC τις προηγούμενες μέρες ο Γκρέγκορι Μπρο, ανώτερος αναλυτής με εξειδίκευση στο Ιράν και την ενέργεια στο Eurasia Group.
Σύμφωνα με τον αναλυτή οι ΗΠΑ αντικατέστησαν τις πολεμικές επιχειρήσεις προφανώς λόγω φόβων για σημαντικά ιρανικά αντίποινα με μια «εκστρατεία πίεσης», μια «στάση αναμονής» ελπίζοντας ότι η οικονομική πίεση θα αναγκάσει τους Ιρανούς να συνθηκολογήσουν», κάτι το οποίο ωστόσο ο ίδιος δεν διέκρινε.
«Είναι αμφίβολο αν θα λειτουργήσει», δήλωσε σχετικά με τη λεγόμενη «Οικονομική D-Day» του Τραμπ. Εξήγησε ότι «το Ιράν έχει επιδείξει μεγάλη ανθεκτικότητα απέναντι στην οικονομική πίεση των ΗΠΑ, και παρόλο που αντιμετωπίζει τη χειρότερη οικονομική κρίση από τη δεκαετία του 1980 η ηγεσία του είναι πιθανότερο να αντισταθεί και να κλιμακώσει παρά να ενδώσει στις απαιτήσεις των ΗΠΑ».
Στο ίδιο πνεύμα, ο Ουίλ Τόντμαν ανώτερος συνεργάτης του Προγράμματος για τη Μέση Ανατολή στο CSIS, συμφώνησε ότι οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν μετατοπιστεί σε μια νέα στρατηγική. «Η ανακοίνωση της “D-Day” για δευτερογενείς κυρώσεις στο Ιράν ήταν η σαφέστερη ένδειξη ότι ο οικονομικός πόλεμος αποτελεί πλέον την προτιμώμενη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ», ανέφερε. «Ωστόσο, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις που να υποδηλώνουν ότι μια οικονομικοκεντρική στρατηγική θα αναγκάσει τους Ιρανούς να συνθηκολογήσουν ή να προβούν σε πιο ουσιαστικές υποχωρήσεις στις συνομιλίες».
Η ιρανική οικονομία συμπιέζεται
Ο Στίβεν Α. Κουκ Ανώτερος Συνεργάτης στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations), δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα απαντούσαν πιθανότατα στρατιωτικά εάν δεχθούν επίθεση αμερικανικά πλοία ή προσωπικό, αλλά πρόσθεσε ότι η ιρανική ηγεσία είναι προετοιμασμένη να υποστεί σημαντικό οικονομικό πλήγμα.
«Αυτό υποδηλώνει ότι δεν θα παραιτηθούν ούτε θα συμβιβαστούν τόσο γρήγορα», δήλωσε. «Δεν υπάρχει τρόπος να προβλεφθεί πόσο θα κρατήσει αυτό. Ο πρόεδρος πίστευε ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε τέσσερις έως έξι εβδομάδες. Δεν περίμενε ποτέ να αντισταθούν αποτελεσματικά. Οι Ιρανοί έχουν τώρα ανακαλύψει τη δύναμη της γεωγραφίας τους και φαίνονται απρόθυμοι να εγκαταλείψουν τον έλεγχο/διαχείριση των Στενών του Ορμούζ».
Ο Ντένις Ρος, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης που υπηρέτησε ως ειδικός συντονιστής για τη Μέση Ανατολή επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, είπε μεταξύ άλλων ότι με την πάροδο των ετών, το ιρανικό καθεστώς «έχει εξασκηθεί στην παράκαμψη των κυρώσεων», ωστόσο ο συνδυασμός του αποκλεισμού και των νέων κυρώσεων θα ασκήσει αναπόφευκτα μεγαλύτερη πίεση στην ήδη πιεσμένη ιρανική οικονομία. Σύμφωνα, όμως, με τον διπλωμάτη, «παρόλα αυτά, αυτή η ιρανική ηγεσία δεν διστάζει να επιβάλει στερήσεις στον λαό της και θεωρεί ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από τον Ντόναλντ Τραμπ».





































