Στη Γαλλία η επιστροφή στα θρανία συμπίπτει εφέτος με την επίσημη έναρξη της προεκλογικής περιόδου και κάποιοι από τους υποψηφίους για τις προεδρικές του προσεχούς Μαΐου και Ιουνίου – που πληθαίνουν από βδομάδα σε βδομάδα – ξεχωρίζουν στον πολιτικό τους λόγο το μισθολογικό ζήτημα των εκπαιδευτικών από το γενικότερο ζήτημα των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων. Ο Γκαμπριέλ Ατάλ που προέρχεται από το κόμμα του Μακρόν, Αναγέννηση, και ο Εντουάρ Φιλίπ του επίσης κεντροδεξιού Ορίζοντες, έσπευσαν να υποσχεθούν αυξήσεις στους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων. Αλλά αυτοί κρατούν μικρό καλάθι.
«Η αγοραστική δύναμη των εκπαιδευτικών έχει απομειωθεί σημαντικά τα τελευταία 30 χρόνια», σύμφωνα με τον Ζαν Ρεμί Ζιράρ, πρόεδρο του συνδικάτου εκπαιδευτικών Snalc, ο οποίος εξέφρασε σκεπτικισμό σχετικά με τις υποσχέσεις για αυξήσεις μισθών που έδωσαν ορισμένοι υποψήφιοι για την προεδρία.
«Τις υποσχέσεις αυτές τις έχουμε ήδη ακούσει το 2022 και το 2017», σημείωσε ο επικεφαλής της Εθνικής Ένωσης Λυκείων, Κολλεγίων, Δημοτικών Σχολείων και Ανώτατης Εκπαίδευσης σε συνέντευξη που έδωσε στο ραδιόφωνο του RMC την Κυριακή σχετικά με τις προτεινόμενες αυξήσεις μισθών για τους εκπαιδευτικούς, τις οποίες δημοσιοποίησαν τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου οι υποψήφιοι για τη διαδοχή του Μακρόν, Γκαμπριέλ Ατάλ και Εντουάρ Φιλίπ.
Είναι σαφές το «καρφί» του συνδικαλιστή καθηγητή γαλλικής φιλολογίας στους συγκεκριμένους υποψηφίους, κυρίως στον Εντουάρ Φιλίπ που θεωρείται και από τα φαβορί στην προεδρική κούρσα, δεδομένου ότι υπήρξε ο πρώτος πρωθυπουργός του Μακρόν στην πρώτη θητεία του, υπηρετώντας ως επικεφαλής της κυβέρνησης για τρία ολόκληρα χρόνια, από το Μάιο του 2017 έως τον Ιούλιο του 2020. Ο Αττάλ ήταν πρωθυπουργός επί εννέα μήνες το 2024.
Τους πλησιάζει ο… κατώτατος
«Πολλοί διατυπώνουν την ιδέα αυτή, ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να πληρώνονται περισσότερο. Και όταν έρχεται η ώρα να το κάνουμε, τι γίνεται; Λέμε “ααα, αλλά με τον προϋπολογισμό, καταλαβαίνετε, πρέπει να κάνουμε επιλογές. Θα αυξήσουμε λίγο τον αρχικό μισθό για να τον κάνουμε πιο ελκυστικό για να μπουν οι νέοι στο επάγγελμα και μετά θα αφήσουμε τους 40άρηδες και τους 50άρηδες στην τύχη τους. Έτσι το πρόβλημα με τους 40άρηδες και τους 50άρηδες είναι τα τελευταία χρόνια τους φτάνει ο κατώτατος μισθός», τόνισε ο Ζαν Ρεμί Ζιράρ.
Σύμφωνα με μια μελέτη του γαλλικού Υπουργείου Εθνικής Παιδείας που δημοσιεύθηκε στις 20 Αυγούστου, το έτος 2024 οι εκπαιδευτικοί κέρδιζαν κατά μέσο όρο 3.090 ευρώ καθαρά το μήνα. Συγκεκριμένα, ο μέσος μηνιαίος μισθός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (Δημοτικά σχολεία) ήταν 2.950 ευρώ, ο μέσος μισθός στη δευτεροβάθμια (Γυμνάσια, Λύκεια) ήταν 3.220 ευρώ και ο μέσος μισθός στην τριτοβάθμια (Πανεπιστήμια) ήταν 4.190 ευρώ. Η μέση αύξηση συγκριτικά με το 2023 με βάση τον πληθμό, έφθασε το 4,3%.
«Γερνάμε, δεν πλουτίζουμε»
Η εικόνα αυτή των αποδοχών, όμως, διαμορφώνεται κυρίως χάρη στα επιδόματα και τα μπόνους. «Αυτό που δείχνει αυτή η μελέτη δεν είναι ότι αμειβόμαστε καλύτερα, αλλά ότι γερνάμε: η ηλικιακή πυραμίδα του Εθνικού Εκπαιδευτικού Συστήματος ουσιαστικά αποτελείται από άτομα που βρίσκονται σήμερα στα πενήντα τους», σχολίασε ο Ζαν Ρεμί Ζιράρ.
«Λόγω της ανεπαρκούς ανανέωσης στο επάγγελμα, το ποσοστό των εκπαιδευτικών που βρίσκονται στα 40 και στα 50 τους αυξάνεται. Στις δημόσιες υπηρεσίες, όσο μεγαλύτερος είσαι, τόσο υψηλότερα ανεβαίνεις στις μισθολογικές κλίμακες», εξήγησε ο Γάλλος συνδικαλιστής, επισημαίνοντας ότι αυτή η αύξηση των αποδοχών οφείλεται στις υπερωρίες, στα πρόσθετα καθήκοντα, στη συμμετοχή στη σχολική διοίκηση και σε επιδόματα, οικογενειακά και άλλα, που λαμβάνουν με την πάροδο των ετών οι εργαζόμενοι.
Επίσης ο Ρεμί Ζιράρ σημειώνει ότι από τους υπολογισμούς αυτούς εξαιρείται το 8% του συνόλου των εκπαιδευτικών στη Γαλλία, που είναι συμβασιούχοι. «Οι συμβασιούχοι είναι οι χαμηλότερα αμειβόμενοι», τόνισε.
«Άνευ σημασίας»
«Στην πραγματικότητα οι εκπαιδευτικοί έχουμε κάνει σπουδές πέντε ετών μετά το Λύκειο. Διαθέτουμε δηλαδή μεταπτυχιακό τίτλο, αλλά αμειβόμαστε 900 ευρώ το μήνα λιγότερο από άλλους δημόσιους υπαλλήλους με τα ίδια προσόντα», εξήγησε, ο συνδικαλιστής. Για να αποφανθεί εν τέλει ότι οι αυξήσεις που παίρνει ο κλάδος και οι υποσχέσεις των υποψηφίων προέδρων και πρωθυπουργών είναι «άνευ σημασίας».
































