Το πραγματικό τεστ για την ελληνική οικονομία ενδέχεται να μην είναι η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης μέσα στο 2026 (μέσα στον Δεκέμβριο αναμένεται η τελευταία δόση), αλλά η πρώτη ημέρα χωρίς αυτό. Έπειτα από μια περίοδο κατά την οποία δεκάδες δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών πόρων τροφοδότησαν επενδύσεις, υποδομές και μεταρρυθμίσεις, από το 2027 η οικονομία θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει την αναπτυξιακή της δυναμική χωρίς την ίδια έκτακτη χρηματοδοτική ώθηση.
Η υπόθεση δεν είναι θεωρητική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η οικονομική δραστηριότητα έχει ενισχυθεί σημαντικά από τα ευρωπαϊκά κονδύλια και υπολογίζει ότι το RRF αυξάνει το ελληνικό ΑΕΠ το 2026 κατά σχεδόν 4,5% σε σχέση με ένα σενάριο χωρίς τις σχετικές παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα, προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης από 1,8% το 2026 σε 1,6% το 2027, συνδέοντας ρητά την εξέλιξη με την ολοκλήρωση του RRF και την επιβράδυνση των επενδύσεων.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι την 1η Ιανουαρίου 2027 θα υπάρξει ξαφνικά ένα…κενό. Άλλωστε, επενδύσεις που έχουν κινητοποιηθεί μέσω του δανειακού σκέλους θα συνεχίσουν να υλοποιούνται, ενώ υπάρχουν και οι πόροι της Πολιτικής Συνοχής και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο ιδιωτικός τομέας, οι εθνικοί και οι υπόλοιποι ευρωπαϊκοί πόροι μπορούν να αντικαταστήσουν σε μόνιμη βάση την επενδυτική ώθηση του Ταμείου.
Στουρνάρας: Τι θα συμβεί μετά το RRF
Το ερώτημα έχει τεθεί με σαφήνεια από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα. Σε ομιλία του στο Government Roundtable του Economist τον Ιούλιο σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί μετά την ολοκλήρωση του RRF».
Κατά τον ίδιο, ο μηχανισμός δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια προσωρινή τόνωση της ζήτησης, αλλά ως «γέφυρα» προς μια περισσότερο παραγωγική, καινοτόμο και ανθεκτική οικονομία. Το αν αυτό θα συμβεί θα κριθεί από το εάν οι επενδύσεις που κινητοποιήθηκαν θα καταφέρουν να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια, να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να διευρύνουν την παραγωγική ικανότητα της χώρας.

Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει μάλιστα ένα πρώτο «σοκ» για το 2027: οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να εμφανίσουν ισχυρό αρνητικό ρυθμό μεταβολής, εξαιτίας της ολοκλήρωσης των εκταμιεύσεων του RRF. Από την άλλη πλευρά, το δανειακό σκέλος θα εξακολουθήσει να επηρεάζει θετικά την πραγματική οικονομία, καθώς οι τράπεζες θα μπορούν να συνεχίσουν μετά το 2026 τις εκταμιεύσεις προς τελικούς δικαιούχους για συμβάσεις που έχουν ήδη ενταχθεί.
Ο Γιάννης Στουρνάρας έχει επισημάνει επίσης ότι η χώρα εξακολουθεί να κουβαλά διαρθρωτικές αδυναμίες: χαμηλότερο κεφαλαιακό απόθεμα, ιδιωτικό χρέος, δημογραφικές πιέσεις, χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων στην αγορά εργασίας και καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη και στη δημόσια διοίκηση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση του γενικού διευθυντή του ΙΟΒΕ και καθηγητή του ΟΠΑ Νίκου Βέττα.
Μιλώντας τον περασμένο Μάιο για την πορεία της οικονομίας, ο κ. Βέττας σημείωσε ότι οι επενδύσεις είχαν κινηθεί χαμηλότερα από τον αναμενόμενο ρυθμό, ενώ ένα σημαντικό μέρος της αύξησης της ζήτησης διοχετεύεται προς τις εισαγωγές. Και έδωσε μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική διάσταση για τη συμβολή των ευρωπαϊκών χρημάτων: «Εάν βγάλεις το Ταμείο Ανάκαμψης, φεύγει 1% ετησίως από την ανάπτυξη», επισημαίνοντας παράλληλα τη σημαντική συμβολή που είχε τα προηγούμενα χρόνια και ο τουρισμός.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι, μετά την εξασθένηση της ώθησης των ευρωπαϊκών πόρων, ο ρυθμός ανάπτυξης θα κινηθεί μεσοπρόθεσμα γύρω στο 1,6%
Το ΔΝΤ βλέπει ανάπτυξη κοντά στο 1,5% μεσοπρόθεσμα
Ακόμη πιο καθαρή είναι η προειδοποίηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Στην έκθεση του 2026 για την Ελλάδα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι, μετά την εξασθένηση της ώθησης των ευρωπαϊκών πόρων, ο ρυθμός ανάπτυξης θα κινηθεί μεσοπρόθεσμα γύρω στο 1,6%.
Το Ταμείο αποδίδει αυτή την εικόνα κυρίως στη συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας, στη χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας και στην υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει περισσότερο από 15% χαμηλότερα από την προ κρίσης τάση, ενώ οι συνολικές επενδύσεις εξακολουθούν να είναι χαμηλές.
Το ΔΝΤ πάντως δεν προβλέπει ένα απότομο «δημοσιονομικό γκρεμό» το 2027. Εκτιμά ανάπτυξη 1,7%, καθώς η οικονομία θα εξακολουθήσει να στηρίζεται σε δημόσιες επενδύσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ και σε ιδιωτικές επενδύσεις που έχουν ήδη κινητοποιηθεί μέσω του δανειακού σκέλους του NGEU. Η προειδοποίηση αφορά περισσότερο τη μεσοπρόθεσμη ταχύτητα της οικονομίας παρά μια ξαφνική ύφεση.
Το δεύτερο καμπανάκι: παραγωγικότητα και μικρές επιχειρήσεις
Στο ίδιο σημείο εστιάζει και ο ΟΟΣΑ. Στην τελευταία αξιολόγησή του επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει αρχίσει να κλείνει την απόσταση από τις περισσότερο ανεπτυγμένες οικονομίες, αλλά η πρόοδος περιορίζεται από τις ασθενείς αυξήσεις παραγωγικότητας και το επενδυτικό κενό, ενώ πολλές –κυρίως μικρότερες– επιχειρήσεις δυσκολεύονται ακόμη να υιοθετήσουν ψηφιακές τεχνολογίες και να καινοτομήσουν.
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο στοίχημα της επόμενης ημέρας. Το RRF μπορούσε να χρηματοδοτεί ταυτόχρονα επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Μετά το 2026, η Ελλάδα θα πρέπει να παράγει μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξής της μέσω παραγωγικότητας, ιδιωτικών επενδύσεων, εξαγωγών και καινοτομίας.
Η Κομισιόν προβλέπει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 7,1% του ΑΕΠ το 2026 και 6,1% το 2027
Η αχίλλειος πτέρνα του εξωτερικού ελλείμματος
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη κίνδυνος που μπορεί να γίνει περισσότερο εμφανής όταν περιοριστεί η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση: το εξωτερικό έλλειμμα.

Η Κομισιόν προβλέπει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 7,1% του ΑΕΠ το 2026 και 6,1% το 2027. Η εικόνα αποτυπώνει μια παλιά αδυναμία της ελληνικής οικονομίας: όταν η εγχώρια ζήτηση και οι επενδύσεις αυξάνονται, σημαντικό τμήμα τους μετατρέπεται σε εισαγωγές.
Το ζήτημα επισημαίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία σημειώνει ότι η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα οδηγεί σε ταχεία αύξηση των εισαγωγών και ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αντιμετώπιση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.
Δεν τελειώνουν τα ευρωπαϊκά χρήματα αλλά…
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα μένει χωρίς ευρωπαϊκούς πόρους. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι μετά το NGEU θα παραμείνουν διαθέσιμοι πόροι από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία, ενώ θα ακολουθήσει το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ, όπως και το ΕΣΠΑ, αλλά και το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα.
Γι’ αυτό και ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι ένα απότομο «σβήσιμο» της οικονομίας το 2027. Είναι κάτι πιο σύνθετο: η επιστροφή σε μια οικονομία χαμηλότερης δυνητικής ανάπτυξης, εφόσον η προσωρινή ώθηση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων δεν μετατραπεί σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας και της παραγωγικής βάσης.
Ουσιαστικά, η Ελλάδα αγόρασε χρόνο κεφάλαια και μια μοναδική επενδυτική ευκαιρία με το Ταμείο Ανάκαμψης. Το μεγάλο ερώτημα από το 2027 και μετά είναι εάν αγόρασε και ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο. Και σε αυτό ακριβώς θα κριθεί εάν οι σημερινοί υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν η αρχή μιας πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη ή μια περίοδος που στηρίχθηκε σε ένα χρηματοδοτικό εργαλείο το οποίο δεν θα υπάρχει για πάντα.




































