Η σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ περνά πλέον από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο, με την Ουάσιγκτον να επιχειρεί να διασφαλίσει τη ροή πετρελαίου επιβάλλοντας παράλληλα ασφυκτική πίεση στην ιρανική οικονομία.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, απειλεί να χρησιμοποιήσει το στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα ως μοχλό πίεσης, δημιουργώντας έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο που μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές ενέργειας, σημειώνουν οι Financial Times.
Η ένταση αναζωπυρώθηκε όταν αμερικανικές δυνάμεις εντόπισαν μέλη των Φρουρών της Επανάστασης να προετοιμάζουν εκτοξευτές πυραύλων στο μικρό νησί Λαράκ, με στόχο την τοποθέτηση θαλάσσιων ναρκών στα Στενά του Ορμούζ. Οι αμερικανικές δυνάμεις κατέστρεψαν τους εκτοξευτές, τερματίζοντας μια περίοδο περίπου ενός μήνα σχετικής ηρεμίας και προκαλώντας νέο κύκλο επιθέσεων και αντιποίνων.
Το Ορμούζ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη. Πριν από την έναρξη του πολέμου, περίπου 20 εκατ. βαρέλια αργού και διυλισμένων προϊόντων πετρελαίου περνούσαν καθημερινά από το στενό, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η διατήρηση της ναυσιπλοΐας είναι επομένως κρίσιμη όχι μόνο για την περιοχή αλλά και για τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιχειρεί να δείξει ότι μπορεί να προστατεύσει τη ναυσιπλοΐα. Ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ ανέφερε ότι ο μέσος όρος των εξαγωγών πετρελαίου μέσω του Ορμούζ είχε αυξηθεί σε περισσότερα από 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ δήλωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν απομακρύνει τις ιρανικές νάρκες από τις διεθνείς θαλάσσιες οδούς.
Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη στρατιωτική προστασία των πλοίων. Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να ποντάρει στον συνδυασμό ναυτικού αποκλεισμού και κυρώσεων, με στόχο να περιορίσει τα έσοδα του Ιράν και να αναγκάσει την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις. Το σχέδιο όμως ενέχει σημαντικό οικονομικό ρίσκο: εάν το Ιράν θεωρήσει ότι η οικονομική πίεση γίνεται ασφυκτική, μπορεί να απαντήσει με στρατιωτικά μέσα και να απειλήσει συνολικά τις εξαγωγές ενέργειας από τον Περσικό Κόλπο.
«Όσο περισσότερο οι ΗΠΑ στραγγαλίζουν την οικονομία τους, τόσο περισσότερο οι Ιρανοί θα καταφεύγουν στη χρήση βίας», ανέφερ5ε στους FT ο Αλί Βαέζ της International Crisis Group. Το δίλημμα είναι επομένως σαφές: η οικονομική πίεση μπορεί να αποδυναμώνει το Ιράν, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τα κίνητρα της Τεχεράνης να χρησιμοποιήσει το Ορμούζ ως όπλο.

Η σύγκρουση με ΗΠΑ πλήττει τους Ιρανούς
Το κόστος της αντιπαράθεσης έχει ήδη αρχίσει να γίνεται αισθητό στο εσωτερικό του Ιράν. Στην Τεχεράνη σχηματίστηκαν μεγάλες ουρές στα πρατήρια καυσίμων, καθώς η χώρα αντιμετωπίζει ελλείψεις πετρελαϊκών προϊόντων. Ο πληθωρισμός, ιδιαίτερα στις τιμές των τροφίμων, έχει γίνει ένα από τα βασικότερα προβλήματα για τα νοικοκυριά, ενώ οι τιμές στα σούπερ μάρκετ αυξάνονται σχεδόν καθημερινά.
Παράλληλα, όμως, η κρίση πιέζει και τους Αμερικανούς καταναλωτές. Η τιμή του Brent κινείται περίπου στα 97 δολάρια το βαρέλι, ενώ η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ έφτασε τα 5,78 δολάρια ανά γαλόνι, ξεπερνώντας το πολεμικό υψηλό του Απριλίου. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τις προσπάθειες της Ουάσιγκτον να αυξήσει τη ροή πετρελαίου μέσω του Ορμούζ, ο Τραμπ δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να περιορίσει το κόστος των καυσίμων.
Την ίδια ώρα, οι διπλωματικές προσπάθειες παραμένουν σε αδιέξοδο. Η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί πλέον να επιστρέψει στο προσωρινό μνημόνιο του Ιουνίου και ζητά μια ευρύτερη συμφωνία που θα καλύπτει τόσο το Ορμούζ όσο και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Τεχεράνη, αντίθετα, επιμένει ότι το στενό δεν μπορεί να ανοίξει πλήρως εάν οι ΗΠΑ δεν άρουν τον αποκλεισμό, επαναφέρουν την εξαίρεση για τις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου και επιτρέψουν την πρόσβαση σε μέρος των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων της χώρας.
Οι διαμεσολαβητές προσπαθούν να κρατήσουν ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας, όμως οι πιθανότητες μιας συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα θεωρούνται περιορισμένες. Η βαθιά καχυποψία που έχει δημιουργηθεί από τον πόλεμο καθιστά κάθε συμβιβασμό εξαιρετικά δύσκολο.
Όπως επισημαίνει η Σάναμ Βακίλ του Chatham House, η κατάσταση εξελίσσεται σε παρατεταμένο αδιέξοδο. Και όσο καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει τα βασικά της πλεονεκτήματα, το Στενό του Ορμούζ παραμένει στο επίκεντρο ενός γεωπολιτικού παιχνιδιού με άμεσες συνέπειες για το πετρέλαιο, τον πληθωρισμό και την παγκόσμια οικονομία.




































