Σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί έστω και προσωρινά η ναυσιπλοΐα από μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη, οι υπουργοί Εξωτερικών των έξι χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) αναμένεται να συναντηθούν τη Δευτέρα στη Σαλάλα του Ομάν με τον Ιρανό ομόλογό τους, Αμπάς Αραγτσί.
Η συνάντηση, που οργανώνεται με πρωτοβουλία του Ομάν, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς αποτελεί την πρώτη τέτοια επαφή μεταξύ του GCC και ανώτατου Ιρανού αξιωματούχου μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο. Στο τραπέζι βρίσκεται μια προσωρινή συμφωνία για τη διαχείριση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία έχουν μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά όπλα της Τεχεράνης, αναφέρουν οι Financial Times.
Το Ομάν και το Ιράν έχουν ήδη συμφωνήσει σε ένα πλαίσιο για έναν προσωρινό διάδρομο ασφαλούς ναυσιπλοΐας. Σύμφωνα με την κοινή ανακοίνωση των δύο χωρών, προβλέπεται προσωρινός διάδρομος, παράλληλα με σχέδιο κοινής αποναρκοθέτησης και τεχνικές συνομιλίες για τη μελλοντική διαχείριση του στενού.
Το σχέδιο προβλέπει ουσιαστικά ότι τα πλοία θα εισέρχονται στον Περσικό Κόλπο μέσω ιρανικών υδάτων και θα εξέρχονται μέσω διαδρομής που θα περνά τόσο από ιρανικά όσο και από ομανικά ύδατα. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το Ορμούζ έχει ανοίξει ξανά πλήρως. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να θεωρεί τον διάδρομο προσωρινό και συνδέει την πλήρη επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού με μια ευρύτερη συμφωνία με την Ουάσιγκτον.

Το GCC θέλει τα πλοία να περάσουν – αλλά όχι με οποιοδήποτε τίμημα
Για τις χώρες του Κόλπου, το διακύβευμα είναι τεράστιο. Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Κουβέιτ, Μπαχρέιν και Ομάν δεν έχουν την πολυτέλεια μιας παρατεταμένης διακοπής της ναυσιπλοΐας. Η περιοχή εξαρτάται από τις θαλάσσιες εξαγωγές ενέργειας και από τη σταθερότητα των εμπορικών διαδρομών.
Τα στοιχεία ναυτιλιακής κίνησης αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Στις αρχές της εβδομάδας μόλις έξι πλοία μεταφοράς εμπορευμάτων πέρασαν από το Ορμούζ, έναντι δεκαήμερου μέσου όρου 12 πλοίων την ημέρα, ενώ πριν από την κρίση από το στενό περνούσαν περίπου 125 εμπορικά πλοία ημερησίως. Περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και LNG περνούσε κανονικά από αυτή τη θαλάσσια δίοδο.
Η οικονομική επίπτωση έχει ήδη περάσει στις αγορές. Το Brent κινήθηκε πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν ότι η διαταραχή στις θαλάσσιες μεταφορές μπορεί να διαρκέσει. Την Πέμπτη, το Brent έφτασε περίπου στα 104,8 δολάρια, ενώ η ανησυχία για την ασφάλεια των ενεργειακών ροών πιέζει και τα χρηματιστήρια του Κόλπου.

Το Ομάν αναλαμβάνει τον ρόλο του μεσολαβητή
Στο κέντρο της διπλωματικής προσπάθειας βρίσκεται το Ομάν, το οποίο έχει διατηρήσει πιο ουδέτερη στάση στον πόλεμο και εδώ και μήνες λειτουργεί ως δίαυλος μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον.
Το Μουσκάτ και η Τεχεράνη έχουν πραγματοποιήσει αλλεπάλληλες συνομιλίες για τη δημιουργία ενός προσωρινού διαδρόμου και στη συνέχεια για το καθεστώς μόνιμης διαχείρισης του στενού. Το Ομάν έχει επίσης συνεργαστεί με τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό για τη δημιουργία διαδρόμου διέλευσης χωρίς την επιβολή τελών.
Τώρα επιχειρεί να μετατρέψει τη διμερή συμφωνία με το Ιράν σε περιφερειακή διευθέτηση, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή των κρατών του Κόλπου. Αυτό είναι κρίσιμο, καθώς το GCC θέλει να διασφαλίσει ότι οποιοσδήποτε προσωρινός μηχανισμός θα είναι πράγματι προσωρινός και θα επιτρέπει στα εμπορικά πλοία να κινούνται με ασφάλεια.

Το κλειδί για τα Στενά βρίσκεται στην Ουάσιγκτον
Παρά τις προσπάθειες του Ομάν και των χωρών του Κόλπου, το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η απουσία συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Η Τεχεράνη συνδέει την πλήρη επαναλειτουργία του Ορμούζ με την άρση του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, την επαναφορά εξαιρέσεων που θα επιτρέπουν τις εξαγωγές πετρελαίου και την πρόσβαση σε δεσμευμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό. Η Ουάσιγκτον, από την άλλη, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν ενδιαφέρεται απλώς για μια επιστροφή στο προηγούμενο προσωρινό μνημόνιο, αλλά για μια ευρύτερη συμφωνία που θα καλύπτει και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Έτσι, το Ορμούζ έχει μετατραπεί σε νόμισμα διαπραγμάτευσης. Το Ιράν διαθέτει τη δυνατότητα να περιορίζει τη ροή πλοίων, ενώ οι ΗΠΑ διαθέτουν τα οικονομικά και στρατιωτικά μέσα για να πιέσουν την Τεχεράνη. Οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται ανάμεσα στις δύο πλευρές και προσπαθούν να αποτρέψουν το χειρότερο σενάριο: μια παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας που θα εκτόξευε το κόστος ενέργειας και θα έπληττε τις οικονομίες τους.
Και η πίεση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς η κρίση δεν περιορίζεται πλέον στο Ορμούζ. Οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα και η απειλή για το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ δημιουργούν ένα δεύτερο μέτωπο για το παγκόσμιο εμπόριο.
Το ζητούμενο, επομένως, από τη συνάντηση στη Σαλάλα δεν είναι απλώς μια τεχνική συμφωνία για το ποια πλοία θα περάσουν από ποια ύδατα. Είναι η προσπάθεια των χωρών του Κόλπου να δημιουργήσουν έναν ενδιάμεσο μηχανισμό αποκλιμάκωσης, αρκετά αξιόπιστο ώστε να επαναφέρει μέρος της ναυτιλιακής κίνησης και αρκετά ευέλικτο ώστε να μην απαιτείται ακόμη η οριστική επίλυση της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν.
Για την παγκόσμια οικονομία, όμως, το πραγματικό τεστ θα είναι ένα: αν το πετρέλαιο και το LNG μπορέσουν να αρχίσουν ξανά να κινούνται με ασφάλεια. Μέχρι τότε, κάθε ημέρα περιορισμένης κίνησης στο Ορμούζ σημαίνει υψηλότερο κόστος μεταφοράς, μεγαλύτερο ασφαλιστικό κίνδυνο και νέα πίεση στις διεθνείς τιμές ενέργειας.







































