Μια νέα εστία πληθωριστικών πιέσεων αρχίζει να διαπερνά την αμερικανική βιομηχανία στις ΗΠΑ, καθώς οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες ταυτόχρονα με υψηλότερο ενεργειακό κόστος, δασμούς στις εισαγωγές και μια πρωτοφανή ζήτηση για ηλεκτρονικά εξαρτήματα λόγω της έκρηξης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι αμερικανικές βιομηχανίες πληρώνουν πλέον αισθητά περισσότερα για πρώτες ύλες, ενέργεια και μεταφορές, με ορισμένες κατηγορίες εισροών να καταγράφουν διψήφιες αυξήσεις. Για πολλές επιχειρήσεις αυτό μεταφράζεται σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε θα απορροφήσουν το αυξημένο κόστος, πιέζοντας τα περιθώρια κέρδους, είτε θα το μετακυλίσουν στις τιμές, τροφοδοτώντας περαιτέρω τον πληθωρισμό, σημειώνουν οι Financial Times.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί και πολιτικό πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει υποσχεθεί ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν. Αντίθετα, η βιομηχανία αντιμετωπίζει ένα νέο κύμα αυξήσεων που συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές και γεωπολιτικές εξελίξεις.

Πετρέλαιο, μέταλλα και μεταφορές ανεβάζουν το κόστος
Οι επιχειρήσεις του μεταποιητικού τομέα στις ΗΠΑ καταγράφουν σχεδόν καθολική αύξηση του κόστους των πρώτων υλών. Στην έρευνα του Institute for Supply Management για τον Αύγουστο, περισσότερες από δώδεκα βιομηχανίες ανέφεραν υψηλότερες τιμές εισροών, χωρίς καμία να δηλώνει ότι οι τιμές μειώθηκαν.
Το κόστος πετρελαϊκών προϊόντων, χάλυβα και αλουμινίου έχει αυξηθεί, ενώ οι πιέσεις εντείνονται από την άνοδο των τιμών καυσίμων. Η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ έφτασε πρόσφατα σε επίπεδο-ρεκόρ, στα 6,23 δολάρια το γαλόνι, αυξάνοντας το κόστος τόσο της παραγωγής όσο και της μεταφοράς προϊόντων. Παράλληλα, το μέσο κόστος ανά αποστολή εμπορευμάτων αυξήθηκε κατά 16% τον Αύγουστο σε ετήσια βάση.
Τα στοιχεία για τις τιμές παραγωγού επιβεβαιώνουν ότι οι πιέσεις βρίσκονται βαθιά μέσα στην αλυσίδα εφοδιασμού. Οι τιμές των τελικών προϊόντων που χρεώνουν οι παραγωγοί αυξήθηκαν 6,6% σε ετήσια βάση, όμως το κόστος των ενδιάμεσων επεξεργασμένων αγαθών αυξήθηκε κατά 11,5%, ενώ οι μη επεξεργασμένες πρώτες ύλες κατά 12,8%.

Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέα «στενωπό»
Εκτός από την ενέργεια και τους δασμούς, ένας ακόμη παράγοντας διαφοροποιεί τη σημερινή κατάσταση από τις διαταραχές της πανδημίας: η έκρηξη της ζήτησης για εξοπλισμό που απαιτείται για τα data centers της τεχνητής νοημοσύνης.
Η μαζική κατασκευή υποδομών AI έχει δημιουργήσει τεράστια ζήτηση για μνήμες, επεξεργαστές και άλλα εξειδικευμένα εξαρτήματα. Οι προμηθευτές δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τον ρυθμό, με ορισμένα εξαρτήματα να εμφανίζουν χρόνους παράδοσης πολλών ετών.
Σύμφωνα με έρευνα της Global Electronics Association, σχεδόν τα δύο τρίτα των κατασκευαστών ηλεκτρονικών παγκοσμίως αντιμετωπίζουν περιορισμένη διαθεσιμότητα εξαρτημάτων ή μεγαλύτερους χρόνους παράδοσης.
Έτσι, η αμερικανική βιομηχανία έχει περάσει από την έλλειψη προϊόντων στην πανδημία σε ένα νέο πρόβλημα: τα προϊόντα υπάρχουν, αλλά κοστίζουν πολύ περισσότερο και δεν είναι πάντα διαθέσιμα όταν χρειάζονται.

Επενδυτικό παράδοξο των παραγωγών στις ΗΠΑ
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι οι επιχειρήσεις δεν αντιδρούν στις αυξημένες τιμές επενδύοντας μαζικά σε νέα παραγωγική δυναμικότητα. Η αβεβαιότητα γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν, τους δασμούς και τη μελλοντική ζήτηση καθιστά τις μεγάλες επενδύσεις ιδιαίτερα δύσκολες.
Για έναν βιομηχανικό όμιλο, η κατασκευή ενός νέου εργοστασίου ή η επέκταση της παραγωγής απαιτεί πολυετή ορίζοντα. Όταν όμως οι εμπορικοί κανόνες και το ενεργειακό κόστος μεταβάλλονται συνεχώς, η ανάληψη ενός τόσο μεγάλου κεφαλαιουχικού κινδύνου γίνεται λιγότερο ελκυστική.
Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Η ζήτηση αυξάνεται, οι αλυσίδες εφοδιασμού πιέζονται, οι τιμές ανεβαίνουν, αλλά οι επιχειρήσεις διστάζουν να επενδύσουν στην παραγωγική δυναμικότητα που θα μπορούσε να αποσυμφορήσει την αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι μια νέα μορφή πληθωρισμού: όχι η κλασική έλλειψη προϊόντων της πανδημίας, αλλά ένας συνδυασμός ενέργειας, δασμών, μεταφορών και τεχνολογικής ζήτησης που αυξάνει το κόστος σε ολόκληρη την αλυσίδα.
Και όσο οι πιέσεις παραμένουν, τόσο δυσκολότερη γίνεται η υπόσχεση της κυβέρνησης Τραμπ για χαμηλότερες τιμές. Παράλληλα, ο πληθωρισμός ενισχύει τις προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική, πιέζοντας τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων και αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η αμερικανική βιομηχανία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα νέο οικονομικό παράδοξο: η επένδυση στην τεχνολογία και την παραγωγή αυξάνει τη ζήτηση για κρίσιμες εισροές, την ώρα που η γεωπολιτική και εμπορική αβεβαιότητα δυσκολεύει την αύξηση της προσφοράς. Και αυτό σημαίνει ότι η πληθωριστική πίεση μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επίμονη απ’ όσο θα ήθελε η Ουάσιγκτον.





































