Στην τρίτη θέση της καλύτερης απόδοσης παγκοσμίως από την αρχή του έτους βρέθηκε το Euronext Athens στο γ’ τρίμηνο, καταγράφοντας απόδοση περίπου 12%, σύμφωνα με στοιχεία της Deutsche Bank και του Bloomberg Finance LP.
Μπροστά από την ελληνική αγορά βρέθηκαν μόνο το Brent, με απόδοση άνω του 40%, και το αμερικανικό WTI, κοντά στο 30%. Η επίδοση της Αθήνας ξεπέρασε εκείνες μεγάλων διεθνών αγορών και επενδυτικών κατηγοριών, όπως το χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ, ο χαλκός, ο χρυσός, ο Nasdaq και ο S&P 500.
Η εικόνα παραμένει ισχυρή ακόμη και όταν οι αποδόσεις υπολογίζονται σε δολάρια, με το Euronext Athens να διατηρεί την τρίτη υψηλότερη επίδοση στην κατάταξη.

Σε επίπεδο μήνα, το Euronext Athens βρέθηκε στην πέμπτη θέση, σε όρους ευρώ, αλλά στην 11η θέση σε όρους δολαρίου.

Πιέσεις στις αγορές το τρίτο τρίμηνο του 2026 λόγω πληθωρισμού και αυξήσεων επιτοκίων
Στη μεγάλη εικόνα, το τρίτο τρίμηνο του 2026 ήταν δύσκολο για τις διεθνείς αγορές, καθώς η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων και την επανεκκίνηση ενός συγχρονισμένου κύκλου αυξήσεων επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες, σύμφωνα με την Deutsche Bank.
Βασικός παράγοντας των εξελίξεων ήταν η αναζωπύρωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία οδήγησε σε άνοδο κατά 42% της τιμής του πετρελαίου Brent στη διάρκεια του τριμήνου, καθώς οι δύο πλευρές επανέλαβαν τις στρατιωτικές επιθέσεις. Οι πληθωριστικές πιέσεις, ωστόσο, δεν περιορίστηκαν στην ενέργεια, καθώς ο δείκτης τιμών αγροτικών προϊόντων Bloomberg κατέγραψε τη μεγαλύτερη τριμηνιαία άνοδο από το 2022.
Το περιβάλλον αυτό πυροδότησε ένα ισχυρό κύμα ρευστοποιήσεων στην αγορά κρατικών ομολόγων, με την απόδοση του αμερικανικού 10ετούς να ενισχύεται στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007. Παρά τις πιέσεις, ωστόσο, η ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης και τα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα λειτούργησαν υποστηρικτικά για τις μετοχές. Ενδεικτικά, ο S&P 500 κατέγραψε άνοδο 2,3% στο τρίτο τρίμηνο, σε όρους συνολικής απόδοσης, διατηρώντας θετικό πρόσημο παρά τις αυξημένες προκλήσεις.
Το πετρέλαιο στο επίκεντρο
Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις για τις αγορές σε όλη τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου, με τις διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου να αντανακλούν τις εναλλαγές στις γεωπολιτικές ισορροπίες και τις προσδοκίες για ενδεχόμενη διπλωματική διευθέτηση.
Το τρίμηνο ξεκίνησε με έντονες αναταράξεις, καθώς οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν μετά τη δήλωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι το μνημόνιο κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είχε πλέον καταρρεύσει. Με την επανέναρξη των επιθέσεων εκατέρωθεν, το Brent ενισχύθηκε από τα περίπου 73 δολάρια ανά βαρέλι στις αρχές Ιουλίου, ξεπερνώντας εκ νέου τα 100 δολάρια στις 23 Ιουλίου. Παρά την υποχώρηση που ακολούθησε προς το τέλος του μήνα, το πετρέλαιο κατέγραψε άνοδο 23,6% τον Ιούλιο.
Τον Αύγουστο, οι τιμές υποχώρησαν αρχικά, μετά την ανάρτηση του Τραμπ ότι είχε συμφωνήσει να ακυρώσει μια επίθεση κατά του Ιράν, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί γρήγορα μια συμφωνία. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το Brent κάτω από τα 80 δολάρια ανά βαρέλι στις 4 Αυγούστου. Ωστόσο, καθώς δεν υπήρξε συμφωνία και οι δύο πλευρές αντάλλαξαν εκ νέου επιθέσεις προς το τέλος του μήνα, οι τιμές ανέκαμψαν, με το Brent να ξεπερνά τα 90 δολάρια μέχρι τα τέλη Αυγούστου.
Τον Σεπτέμβριο, οι ανησυχίες για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού εντάθηκαν περαιτέρω. Η Σαουδική Αραβία ανέστειλε τη λειτουργία σε αρκετές ενεργειακές εγκαταστάσεις έπειτα από επιθέσεις, την ευθύνη για τις οποίες ανέλαβαν λίγο αργότερα οι Χούθι. Στα μέσα του μήνα, διακόπηκε επίσης η λειτουργία του αγωγού East-West της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος άρχισε έκτοτε να επαναλειτουργεί σταδιακά.
Οι προσδοκίες για ενδεχόμενη συμφωνία στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ δεν επιβεβαιώθηκαν. Στις 26 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι απέρριψε πρόταση που είχε υποβληθεί, ενώ την επόμενη ημέρα ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί ανέφερε ότι η Τεχεράνη δεν είχε λόγο να επιστρέψει στη διπλωματία με την αμερικανική κυβέρνηση.
Ως αποτέλεσμα, το Brent ολοκλήρωσε το τρίτο τρίμηνο με άνοδο 42%, στα 103,53 δολάρια ανά βαρέλι. Παράλληλα, οι επενδυτές άρχισαν να προεξοφλούν ότι οι υψηλές τιμές της ενέργειας θα διατηρηθούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ενδεικτικά, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent για τον Δεκέμβριο του 2027 ενισχύθηκαν κατά 15,9% στο τρίμηνο, στα 81,25 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδό τους μέχρι σήμερα.
Στροφή των κεντρικών τραπεζών σε πιο αυστηρή νομισματική πολιτική
Η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων οδήγησε τις κεντρικές τράπεζες σε πιο επιθετική κατεύθυνση κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου, με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την Τράπεζα της Ιαπωνίας να προχωρούν σε αυξήσεις επιτοκίων.
Η Fed προχώρησε τον Σεπτέμβριο στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023, ενώ οι προβλέψεις των αξιωματούχων της, μέσω του λεγόμενου dot plot, έδειξαν ότι αναμένεται ακόμη μία αύξηση έως το τέλος του έτους. Αντίστοιχα, η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια τον Σεπτέμβριο, υιοθετώντας πιο αυστηρή ρητορική, με την ανακοίνωσή της να επισημαίνει ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο της για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Στην Ιαπωνία, η κεντρική τράπεζα αύξησε το βασικό επιτόκιο στο 1,25%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 1995. Σύμφωνα με τη Deutsche Bank, ένας από τους παράγοντες που επέτρεψαν στις κεντρικές τράπεζες να προχωρήσουν σε αυξήσεις ήταν η ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία διατηρήθηκε σε μεγάλο μέρος του τρίτου τριμήνου.
Οι προκαταρκτικοί δείκτες υπευθύνων προμηθειών (PMI) για τον Σεπτέμβριο έδειξαν, μάλιστα, επιτάχυνση της ανάπτυξης σε αρκετές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Ο σύνθετος PMI των ΗΠΑ έφτασε σε υψηλό πενταετίας, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης της Ευρωζώνης κατέγραψε υψηλό τριετίας. Έτσι, παρά την ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, οι προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης παρέμειναν σχετικά θετικές.
Ισχυρές πιέσεις στα κρατικά ομόλογα
Ο συνδυασμός αυξανόμενου πληθωρισμού και ανθεκτικής οικονομικής ανάπτυξης αποδείχθηκε ιδιαίτερα αρνητικός για τις αγορές κρατικών ομολόγων, οι οποίες κατέγραψαν απώλειες διεθνώς.
Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου αυξήθηκε κατά 82 μονάδες βάσης στο τρίτο τρίμηνο, κλείνοντας στο 5,28%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Αντίστοιχα, η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ενισχύθηκε κατά 73 μονάδες βάσης, στο 3,58%.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η πορεία των αμερικανικών αποδόσεων σε μηνιαία βάση, καθώς τον Σεπτέμβριο σημειώθηκε η έβδομη διαδοχική μηνιαία άνοδος της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου, για πρώτη φορά από το 2011. Την ίδια στιγμή, ενισχύθηκαν οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση ορισμένων ευρωπαϊκών οικονομιών, με τη διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων να διευρύνεται στις 127 μονάδες βάσης στο τέλος του τριμήνου, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2012.
Ανθεκτικότητα στις μετοχές, με αποκλίσεις μεταξύ αγορών
Σε αντίθεση με την αγορά ομολόγων, οι διεθνείς μετοχές επέδειξαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα κατά το τρίτο τρίμηνο, με την οικονομική ανάπτυξη και τα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα να λειτουργούν ως βασικοί παράγοντες στήριξης.
Ο S&P 500 κατέγραψε νέο ιστορικό υψηλό τον Αύγουστο και ολοκλήρωσε το τρίμηνο με συνολική απόδοση 2,3%. Καθοριστική ήταν η συμβολή των επτά μεγαλύτερων τεχνολογικών και αναπτυξιακών εταιρειών του δείκτη, των λεγόμενων Magnificent 7, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 11,1% σε όρους συνολικής απόδοσης.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν ήταν ομοιόμορφη στις διεθνείς αγορές. Ο ευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 κατέγραψε επίσης νέο ιστορικό υψηλό τον Αύγουστο, αλλά στη συνέχεια υποχώρησε έως το τέλος του τριμήνου, κλείνοντας με απώλειες 0,6% σε όρους συνολικής απόδοσης.
Ακόμη εντονότερη ήταν η διόρθωση στη Νότια Κορέα. Ο δείκτης KOSPI, μετά την εντυπωσιακή άνοδο 67,9% που είχε καταγράψει το δεύτερο τρίμηνο σε όρους συνολικής απόδοσης, υποχώρησε κατά 19,2% στο τρίτο τρίμηνο, περιορίζοντας σημαντικά μέρος των προηγούμενων κερδών του.




































