Η νέα διεθνής ενεργειακή αναταραχή δεν βρίσκει την ελληνική οικονομία απροετοίμαστη. Βρίσκει, όμως, πολλές επιχειρήσεις και νοικοκυριά ήδη επιβαρυμένα από διαδοχικές κρίσεις, υψηλό κόστος λειτουργίας και συσσωρευμένες υποχρεώσεις. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που η αγορά γνωρίζει καλά. Και είναι θετικό ότι η κυβέρνηση επιλέγει να απαντήσει με συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Η διεύρυνση της ρύθμισης των παλαιών οφειλών από τις 72 στις 120 δόσεις, μια κατεύθυνση που το ΕΒΕΑ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει, είναι για εμάς η σημαντικότερη από αυτές. Δεν πρόκειται για χαριστική αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους. Πρόκειται για τη δημιουργία μιας ρεαλιστικής δυνατότητας αποπληρωμής. Για μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια δόση που μπορεί να πληρώνεται κάθε μήνα και σε μια ρύθμιση που είναι τόσο απαιτητική ώστε, αργά ή γρήγορα, να χαθεί. Η δεύτερη περίπτωση δεν ωφελεί κανέναν. Ούτε την επιχείρηση, ούτε το Δημόσιο.
Σύμφωνα με την ενημέρωση του Υπουργείου, η δυνατότητα εξόφλησης σε έως 120 δόσεις, με ελάχιστη καταβολή 30 ευρώ, αφορά παλαιές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία. Παράλληλα, προβλέπεται δυνατότητα μετάβασης στη νέα ρύθμιση και για όσους έχουν ήδη ενταχθεί στο καθεστώς των 72 δόσεων.
Το μήνυμα πρέπει να είναι καθαρό. Ο συνεπής πολίτης και η συνεπής επιχείρηση πρέπει πάντοτε να προστατεύονται. Εφόσον επιβεβαιωθεί ότι από τη νέα δυνατότητα εξαιρούνται επιχειρήσεις και πολίτες που έχουν ήδη ρυθμίσει τις ίδιες παλαιές οφειλές και εξυπηρετούν κανονικά τη ρύθμισή τους, το πλαίσιο θα πρέπει να επανεξεταστεί, ώστε να μην τίθενται σε δυσμενέστερη θέση εκείνοι που έχουν ήδη επιδείξει συνέπεια στις υποχρεώσεις τους. Μια βιώσιμη ρύθμιση είναι προτιμότερη από μια ληξιπρόθεσμη οφειλή που διογκώνεται επί χρόνια.
Το ίδιο ισχύει για τις παρεμβάσεις απέναντι στους servicers. Χρειάζονται σαφείς κανόνες, διαφάνεια και πραγματική λογοδοσία. Όταν υπάρχει συμφωνημένη ρύθμιση, αυτή πρέπει να τηρείται και από τις δύο πλευρές. Ο οφειλέτης δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με αυθαίρετες απαιτήσεις ή χωρίς σαφή εικόνα του χρέους του. Η θέσπιση προθεσμιών, ο περιορισμός της προκαταβολής και οι κυρώσεις για παραβίαση συμφωνημένων ρυθμίσεων κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.
Υπάρχει ταυτόχρονα και ένα δεύτερο μέτωπο που αφορά άμεσα την πραγματική οικονομία: η ενέργεια. Το πετρέλαιο κίνησης δεν είναι απλώς ένα ακόμη έξοδο. Είναι μέρος του κόστους μεταφοράς προϊόντων, της εφοδιαστικής αλυσίδας, της βιομηχανίας, της αγροτικής παραγωγής και χιλιάδων επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Όταν η τιμή του αυξάνεται απότομα, η επιβάρυνση περνά σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία.
Γι’ αυτό η παρέμβαση στην τιμή του diesel έχει σημασία όχι μόνο για τον οδηγό στην αντλία, αλλά και για τη συγκράτηση του κόστους των επιχειρήσεων και, τελικά, των τιμών.
Υπάρχει εδώ και ένα ευρύτερο συμπέρασμα. Το τελευταίο διάστημα ακούστηκαν από διαφορετικές πλευρές ενστάσεις απέναντι σε μια νέα γενναία ρύθμιση οφειλών. Η αγορά, όμως, δεν ζητά να διαγραφούν οι υποχρεώσεις της. Ζητά να μπορεί να τις πληρώσει. Δεν ζητά μόνιμες επιδοτήσεις. Ζητά προστασία όταν μια εξωγενής διεθνής κρίση εκτινάσσει μέσα σε λίγες ημέρες ένα βασικό στοιχείο του κόστους της.
Η επιλογή να διευρυνθεί το πλαίσιο ρύθμισης κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Τα μέτρα δεν λύνουν όλα τα προβλήματα. Δημιουργούν όμως χώρο για να σταθούν όρθιες βιώσιμες επιχειρήσεις, να ρυθμιστούν παλιές εκκρεμότητες και να περιοριστούν οι συνέπειες μιας νέας ενεργειακής αναταραχής.
Από εδώ και πέρα χρειάζεται προσοχή στην εφαρμογή. Οι διαδικασίες πρέπει να είναι απλές, οι όροι απολύτως καθαροί και οι επιχειρήσεις να γνωρίζουν γρήγορα τι δικαιούνται και πώς μπορούν να το αξιοποιήσουν. Γιατί σε περιόδους μεγάλης αβεβαιότητας, η οικονομική πολιτική κρίνεται τελικά σε κάτι πολύ πρακτικό. Αν δίνει στις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας τη δυνατότητα να συνεχίσουν να λειτουργούν, να επενδύουν, να διατηρούν θέσεις εργασίας και να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Αυτό ακριβώς χρειάζεται σήμερα η αγορά.
*Γιάννης Μπρατάκος, Πρόεδρος ΕΒΕΑ






































