Η απότομη πτώση που υφίστανται τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αρχίζει να έχει αισθητές επιπτώσεις στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ, αναγκάζοντας πολλές εταιρείες να επανεξετάσουν τα σχέδια δανεισμού τους και αυξάνοντας τις ανησυχίες για πιθανές χρεοκοπίες στις πιο αδύναμες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τους Financial Times, το κόστος δανεισμού για εταιρείες με τις χαμηλότερες πιστοληπτικές αξιολογήσεις έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων των ΗΠΑ έχουν ανέβει σε πολυετή υψηλά και οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
Το επιτόκιο δανεισμού για εταιρείες με αξιολόγηση CCC ή χαμηλότερη έφτασε περίπου στο 17%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2020. Παράλληλα, το πρόσθετο επιτόκιο που απαιτούν οι επενδυτές για να αγοράσουν ομόλογα αυτών των επιχειρήσεων έχει αυξηθεί σημαντικά. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι αγορές γίνονται πολύ πιο επιλεκτικές και αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη επιφύλαξη τις επιχειρήσεις με υψηλό χρέος ή αδύναμη πιστοληπτική εικόνα.
Ιδιαίτερα ευάλωτες θεωρούνται οι εταιρείες που έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, καθώς και εκείνες που πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν υφιστάμενο χρέος μέσα στους επόμενους μήνες. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, του αποκαλούμενου και Treasury, έχει ανέβει σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης για ολόκληρη την οικονομία.

Τα κρατικά ομόλογα επηρεάζουν την έκδοση εταιρικού χρέους
Η αλλαγή του κλίματος έχει ήδη επηρεάσει την αγορά εταιρικών ομολόγων. Η Bank of America μείωσε την πρόβλεψή της για τις εκδόσεις ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας σε δολάρια κατά τον συγκεκριμένο μήνα, από περίπου 160 δισ. δολάρια σε 110 δισ. δολάρια. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πλέον μεγαλύτερη δυσκολία να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση με όρους που θεωρούν ελκυστικούς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η Paramount Skydance, η οποία άντλησε 52 δισ. δολάρια μέσω έκδοσης χρέους για να χρηματοδοτήσει την εξαγορά της Warner Bros Discovery. Η ζήτηση των επενδυτών ήταν πολύ ισχυρότερη για τα βραχυπρόθεσμα ομόλογα σε σχέση με τα 30ετή, γεγονός που δείχνει ότι οι επενδυτές φοβούνται πως η άνοδος των επιτοκίων θα μειώσει περαιτέρω την αξία των μακροπρόθεσμων τίτλων. Μετά την έκδοση, μάλιστα, ορισμένα από τα ομόλογα σημείωσαν σημαντική πτώση στην αγορά.
Το νέο περιβάλλον οδηγεί πολλές επιχειρήσεις να προτιμούν μικρότερες διάρκειες χρέους, ώστε να μην εγκλωβιστούν για πολλά χρόνια σε υψηλά επιτόκια. Παράλληλα, εταιρείες όπως η McCormick εξετάζουν προσεκτικά το νόμισμα, τη διάρκεια και την αναλογία σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου για τις νέες χρηματοδοτήσεις τους, καθώς προετοιμάζονται για μεγάλες επιχειρηματικές συμφωνίες.

Δεν επηρεάζονται όλοι το ίδιο
Προς το παρόν, πάντως, δεν επηρεάζονται όλες οι επιχειρήσεις στον ίδιο βαθμό. Ένα σημαντικό μέρος των εκδόσεων εταιρικού χρέους επενδυτικής βαθμίδας αφορά επιχειρήσεις που επενδύουν μαζικά σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και data centers. Για αυτές, η ανάγκη να επεκτείνουν γρήγορα τις υποδομές τους θεωρείται τόσο μεγάλη ώστε να δικαιολογεί ακόμη και υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, σύμφωνα με τους Financial Times, θα εμφανιστεί τα επόμενα χρόνια, όταν μεγάλες ποσότητες παλαιού εταιρικού χρέους θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν. Η Moody’s εκτιμά ότι περίπου 1,45 τρισ. δολάρια αμερικανικού εταιρικού χρέους επενδυτικής βαθμίδας λήγουν μεταξύ 2026 και 2030. Πολλές επιχειρήσεις είχαν δανειστεί στις αρχές της δεκαετίας με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια και τώρα θα πρέπει να αντικαταστήσουν αυτό το φθηνό χρέος με ακριβότερη χρηματοδότηση.
Εάν τα επιτόκια παραμείνουν υψηλά έως το 2027 και το 2028, η πίεση μπορεί να γίνει πολύ ευρύτερη. Οι επιχειρήσεις θα χρειαστεί να αυξήσουν τα κέρδη τους αρκετά ώστε να καλύπτουν το αυξημένο κόστος δανεισμού. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να περιορίσουν επενδύσεις, εξαγορές, επαναγορές μετοχών και σχέδια επέκτασης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων δεν αποτελεί πλέον μόνο πρόβλημα για τις αγορές ομολόγων. Εξελίσσεται σε παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις επενδυτικές αποφάσεις, την κερδοφορία και τελικά την πιστωτική υγεία των αμερικανικών επιχειρήσεων. Όπως προειδοποιούν αναλυτές που επικαλούνται οι Financial Times, εάν η κερδοφορία των εταιρειών δεν αυξηθεί παράλληλα με το κόστος χρηματοδότησης, η αμερικανική αγορά εταιρικού χρέους θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρότερη πίεση τα επόμενα χρόνια.









































