Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν τη «στιγμή», τις τάσεις σε μια συγκυρία και δεν αποτελούν προβλέψεις. Με αυτό τον τρόπο οι παλιοί δημοσκόποι φρόντιζαν να οχυρωθούν απέναντι στο ενδεχόμενο τα αποτελέσματα των εκλογών να είναι διαφορετικά από τις μετρήσεις τους. Γιατί η μέτρηση αποτυπώνει τις διαθέσεις και αν είναι ή όχι τεταμένα τα πνεύματα στην κοινωνία σε μια δεδομένη στιγμή και σε μια διαδικασία που δεν έχει τα πραγματικά διλήμματα που αντιμετωπίζει ο ψηφοφόρος όταν είναι μέσα στο παραβάν.
Ακόμη χειρότερα, εδώ και δεκαετίες πια είμαστε εξοικειωμένοι με τις δημοσκοπήσεις. Ξέρουμε τον ρόλο που παίζουν στη δημόσια σφαίρα. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι απαντήσεις μας θα ερμηνευτούν ως μηνύματα στην κυβέρνηση, τα κόμματα και τους διαμορφωτές κοινής γνώμης. Απαντούμε στις δημοσκοπήσεις με αυτή τη σκοπιμότητα, δηλαδή το «μήνυμα» που θέλουμε να στείλουμε, παρά με κριτήριο το πώς τελικά όντως θα συμπεριφερθούμε ως ψηφοφόροι. Πολλές φορές αρνούμαστε να απαντήσουμε και έτσι διαμορφώνεται μια εικόνα μόνο από όσους και όσες επιλέγουν να απαντήσουν, γεγονός που αλλοιώνει το αποτέλεσμα, όσο σύνθετες τεχνικές και εάν χρησιμοποιούν οι δημοσκόποι για να «σταθμίσουν» το δείγμα τους σε σχέση με την πραγματική κοινωνία.
Προσθέστε και μια επιπλέον δυσκολία που πάντοτε αντιμετωπίζουν οι δημοσκόποι. Για να μπορέσουν να σταθμίσουν και να κατανοήσουν το υλικό της έρευνάς τους, αλλά και για να διαγνώσουν προς τα πού τείνουν τα πράγματα, στηρίζονται στο τι έχουν ήδη καταγράψει, στο παρελθόν. Όμως, αυτό καθίσταται προβληματικό όταν είναι σε εξέλιξη μεγάλες αλλαγές, όταν ξαναχαράσσεται ο πολιτικός χάρτης και νέα σχήματα αναδύονται.
Όλα αυτά ισχύουν γενικά, αλλά ακόμη περισσότερο σε ένα τοπίο όπως το σημερινό στην Ελλάδα. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή μετρούν και μελετούν οι δημοσκόποι ένα πολιτικό τοπίο που δεν θα έχει, κατά πάσα πιθανότητα, καμία σχέση με αυτό που θα παρουσιαστεί ενώπιον των ψηφοφόρων στις επόμενες εκλογές. Ένα τοπίο που έχει από τη μια τη Νέα Δημοκρατία ως έναν σαφώς μειοψηφικό αλλά και συμπαγές πόλο και από την άλλη μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση αριστερά του Κέντρου αλλά και μια ακροδεξιά που επίσης δεν είναι ενιαία. Αυτό το τοπίο δικαιολογεί τους μηχανικά επαναλαμβανόμενους τίτλους των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ που υπογραμμίζουν διαρκώς πόσο μεγάλη είναι η διαφορά της Νέας Δημοκρατίας από το δεύτερο κόμμα.
Την ίδια στιγμή οι δημοσκόποι αναγκάζονται να προσπαθούν να καταγράψουν τους δυνητικούς ψηφοφόρους κομμάτων που δεν έχουν ούτε ανακοινωθεί επισήμως ούτε συγκροτηθεί. Και εάν στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, η μακρόχρονη πολιτική διαδρομή του, αλλά και οι δημόσιες παρεμβάσεις το τελευταίο διάστημα έχουν δώσει κάπως ένα στίγμα, η Μαρία Καρυστιανού τώρα δίνει δείγματα γραφής ως προς την πολιτική κατεύθυνση ενός κόμματος που ακόμη δεν έχει καν κάνει σαφές το περίγραμμα του.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι αυτή τη στιγμή οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια μαγική εικόνα εάν τις πάρουμε τοις μετρητοίς. Και αυτό γιατί αποτυπώνουν κραδασμούς και όχι «τάσεις». Τις ωδίνες του τοκετού μιας νέας Μεταπολίτευσης και όχι εκλογικές δυναμικές. Τα ανοιχτά ρήγματα και όχι ένα παγιωμένο σκηνικό.
Γι’ αυτό και η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά τους δεν είναι μια «πρόθεση ψήφου» με επιλογές που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα υπάρχουν με τον ίδιο τρόπο, όποτε στηθούν κάλπες. Πολύ πιο ενδιαφέρον έχουν τα ευρήματα που δείχνουν τη βαθιά δυσαρέσκεια, την κρίση νομιμοποίησης της κυβέρνησης, το αίτημα αλλαγής που καταγράφεται παντού.
Γιατί σήμερα η ελληνική κοινωνία δεν είναι σίγουρη για το τι θέλει. Ξέρει ότι δεν αντέχει τη σημερινή κατάσταση, ξέρει ότι δεν αντέχει μια ακόμη τετραετία κυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη αλλά δεν έχει αποφασίσει ακόμη τι ακριβώς θέλει. Το αναζητά, δεν εμπνέεται από την υπάρχουσα αντιπολίτευση και ταλαντεύεται ως προς τα ενδεχόμενα νέα κόμματα.
Αυτό σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή έχουμε ένα πολιτικό σκηνικό με «μηδενισμένο κοντέρ». Το πώς θα διαμορφωθεί θα εξαρτηθεί πρωτίστως από τις πρωτοβουλίες που θα παρθούν από εδώ και πέρα, τη δυναμική που θα αποκτήσουν, την απήχηση που θα έχουν μέσα στην ελληνική κοινωνία.
Η πολιτική δεν είναι στατική αλλά μια δυναμική διαδικασία. Όποιος πιστεύει ότι όλα κρίνονται σε ήδη διαμορφωμένες τάσεις και με βάση το πώς ήταν τα πράγματα, απλώς δεν μπορεί να αντιληφθεί τι σημαίνει ένα πολιτικό σκηνικό σε μετάβαση με μια κοινωνία που επιζητά την αλλαγή. Γιατί ακόμη και εάν αντιληφθεί τη δυσπιστία ή την απόρριψη πρακτικών που ήδη έχουν εφαρμοστεί, δεν μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει όταν η ανάγκη για πολιτική αλλαγή γίνει δυναμική υποστήριξης της όποιας πολιτικής πρότασης θα εκπροσωπήσει αυτή την ανάγκη.
Και η διαδικασία είναι ανοιχτή όχι μόνο επειδή δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει την επίσημη δράση τους τα νέα κόμματα, αλλά πρωτίστως επειδή θα κριθεί από τον λόγο που θα αρθρωθεί, τα προγράμματα που θα ακουστούν, τις προτάσεις διακυβέρνησης που θα γίνουν.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Το πώς θα διαμορφωθεί το σκηνικό θα εξαρτηθεί και από τον τρόπο που θα διεξαχθεί η πολιτική συζήτηση, το εάν θα παραμείνει στα όρια της πολιτικής αισθητικής των «αφηγημάτων» ή θα αγγίξει τα ουσιώδη ζητήματα, δηλαδή το πώς θέλουμε να είναι η χώρα, ποια ανάπτυξη θα έχει, στη βάση ποιας δημοκρατίας θα κυβερνιέται και ποια θέση θα έχει στον κόσμο.
Δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Όμως, ξέρω ότι όποιος αρνηθεί τις σειρήνες του πολιτικού μάρκετινγκ και επιλέξει να μιλήσει για την ουσία, στο τέλος θα είναι και ο νικητής. Και έτσι πρέπει γιατί το δίλημμα όντως δεν είναι «Μητσοτάκης ή χάος». Το δίλημμα είναι ανάμεσα στο χάος μιας διαλυμένης χώρας που εκπροσωπεί ο Κυριάκος Μητσοτάκη και την ελπίδα μιας νέας αρχής.
Πηγή: in.gr








































