Με σημαντικές απώλειες κινούνται σήμερα οι ευρωπαϊκές αγορές, καθώς εντείνεται η σύγκρουση με το Ιράν, μετά από επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές στην περιοχή, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες των επενδυτών για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και την οικονομική σταθερότητα.
Ειδικότερα, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 σημειώνει απώλειες 1,25% στις 590 μονάδες. Ο βρετανικός FTSE 100 υποχωρεί κατά 1,17% στις 10.184 μονάδες, ο γερμανικός DAX καταγράφει πτώση 1,61% στις 23.123 μονάδες ενώ ο γαλλικός CAC 40 κινείται χαμηλότερα κατά 1,23% στις 7.872 μονάδες.
Ιδιαίτερα ισχυρές πιέσεις δέχεται ο κλάδος των πρώτων υλών, με τον δείκτη Stoxx Europe Basic Resources να υποχωρεί αισθητά, ακολουθώντας τη σημαντική διόρθωση στις τιμές των πολύτιμων μετάλλων, καθώς ο χρυσός και το ασήμι κατέγραψαν έντονες απώλειες. Η αρνητική εικόνα ήταν γενικευμένη, με όλους τους επιμέρους κλάδους να κινούνται πτωτικά.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή κλιμακώθηκε περαιτέρω την Τετάρτη, όταν το Ισραήλ προχώρησε σε επιθέσεις στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στο Ιράν, προκαλώντας την άμεση αντίδραση της Τεχεράνης, η οποία εξαπέλυσε πυραυλικά πλήγματα κατά του τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου Ras Laffan στο Κατάρ. Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν την ανησυχία για πιθανές διαταραχές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, με τις τιμές του πετρελαίου να καταγράφουν εκ νέου άνοδο κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Στο ήδη τεταμένο κλίμα προστέθηκαν και οι δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προειδοποίησε ότι σε περίπτωση συνέχισης των επιθέσεων από το Ιράν σε ενεργειακές εγκαταστάσεις του Κατάρ, οι ΗΠΑ θα απαντήσουν με εκτεταμένα πλήγματα στο κοίτασμα South Pars, κλιμακώνοντας περαιτέρω τη ρητορική έντασης.
Παράλληλα, το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται και στις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής στην Ευρώπη, με τις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, της Bank of England, της Riksbank και της Swiss National Bank να αναμένονται εντός της ημέρας. Οι αγορές προεξοφλούν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν αμετάβλητα τα επιτόκια, υιοθετώντας στάση αναμονής, καθώς αξιολογούν τις επιπτώσεις της γεωπολιτικής κρίσης στις προοπτικές ανάπτυξης και πληθωρισμού στην ευρωπαϊκή οικονομία.




































