Tην αξιοπιστία του νέου προέδρου της Fed (Ομοσπονδιακής Τράπεζας) στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχει ενισχύσει η υπόσχεση του Κέβιν Γουόρς να περιορίσει τον πληθωρισμό, λένε οι διαχειριστές μεγάλων κεφαλαίων, συμβάλλοντας στη μείωση των προσδοκιών των επενδυτών για μακροπρόθεσμες αυξήσεις τιμών.
Τα δεκαετή inflation breakevens –οι δείκτες που αποτυπώνουν τις προσδοκίες της αγοράς ομολόγων για τον μελλοντικό πληθωρισμό– υποχώρησαν από επίπεδα άνω του 2,5% στα μέσα Μαΐου στο περίπου 2,2% αυτή την εβδομάδα, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δώδεκα και πλέον μηνών, σύμφωνα με τους Financial Times.
Οι επενδυτές αποδίδουν αυτή τη μεταβολή τόσο στην αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου, που επέστρεψαν στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν, όσο και στη σκληρή στάση που υιοθέτησε η Fed στην τελευταία συνεδρίασή της. Ο Γουόρς χαρακτήρισε τις «επίμονα υψηλές τιμές» ως «βάρος για τον αμερικανικό λαό», στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η καταπολέμηση του πληθωρισμού αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα.
Η ρητορική αυτή καθησύχασε τις αγορές, περιορίζοντας τις ανησυχίες ότι ο νέος επικεφαλής της Fed ενδέχεται να υποκύψει στις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ για μείωση των επιτοκίων. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε επανειλημμένα επικρίνει τον προκάτοχό του, Τζερόμ Πάουελ, επειδή διατηρούσε το κόστος δανεισμού σε υψηλά επίπεδα.
«Η πτώση των μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό ήταν ακόμη μεγαλύτερη από αυτή που θα δικαιολογούσε μόνο η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου», δήλωσε στους Financial Times ο Μάικ Ρίντελ, διαχειριστής κεφαλαίων της Fidelity International. Όπως σημείωσε, η αυστηρή στάση της Fed «ενίσχυσε την αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας ως προς την αποφασιστικότητά της να τιθασεύσει τον πληθωρισμό».

Σημαντική πρόκληση για την Fed ο πληθωρισμός
Την ίδια στιγμή, τα τελευταία στοιχεία υπενθυμίζουν ότι η πρόκληση που αντιμετωπίζει ο Γουόρς παραμένει σημαντική. Ο δείκτης προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE) έδειξε ότι ο πληθωρισμός αυξήθηκε τον Μάιο στο 4,1%, υπερδιπλάσιος του στόχου του 2% που έχει θέσει η Fed. Παράλληλα, ο δομικός δείκτης PCE –το βασικό μέτρο που παρακολουθεί η κεντρική τράπεζα για τις υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις– διαμορφώθηκε στο 3,4%.
Παρά τις επίμονες πιέσεις στις τιμές, οι αγορές εμφανίζονται πιο αισιόδοξες για την πορεία του πληθωρισμού. Ένα συμβόλαιο ανταλλαγής (swap), που αποτυπώνει τις προσδοκίες για τον μέσο πληθωρισμό στη διάρκεια των δώδεκα μηνών που ξεκινούν σε έναν χρόνο από σήμερα, υποχώρησε κατά 0,12 ποσοστιαίες μονάδες, στο 3,88%.
«Ο συνδυασμός της γερακίσιας στάσης της Fed και της σταδιακής αποκλιμάκωσης της κρίσης με το Ιράν έχει περιορίσει τους αντιλαμβανόμενους πληθωριστικούς κινδύνους, οδηγώντας σε αισθητή πτώση των δεικτών προσδοκιών που βασίζονται στις αγορές», δήλωσε ο Τζον Χιλ, επικεφαλής στρατηγικής για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ στην Barclays.
Παρότι η συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης αποκατέστησε τη ροή πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν τουλάχιστον μία αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους. Πρόκειται για πλήρη ανατροπή των προσδοκιών που επικρατούσαν πριν από το ξέσπασμα της σύγκρουσης, όταν οι επενδυτές ανέμεναν διαδοχικές μειώσεις επιτοκίων.
«Εάν ο πληθωρισμός συνεχίσει να αποκλιμακώνεται έως τον Σεπτέμβριο, ο Γουόρς μπορεί να διατηρήσει τη σκληρή ρητορική του χωρίς να χρειαστεί τελικά να αυξήσει τα επιτόκια», εκτίμησε ο αντιπρόεδρος της Evercore ISI, Κρίσνα Γκούχα. «Αν όμως τα στοιχεία δεν δείξουν ξεκάθαρη βελτίωση μέχρι τότε, θα αναγκαστεί είτε να αυξήσει το κόστος δανεισμού είτε να διακινδυνεύσει την αξιοπιστία του.»
Ορισμένοι οικονομολόγοι και επενδυτές, πάντως, θεωρούν ότι η Fed ίσως αποφύγει μια σειρά νέων αυξήσεων επιτοκίων, εφόσον ο Γουόρς καταφέρει να πείσει τις αγορές ότι παραμένει αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό. Μια τέτοια αξιοπιστία θα μπορούσε από μόνη της να διατηρήσει αυστηρές τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού μέσω των αγορών, χωρίς να απαιτηθούν πολλές νέες παρεμβάσεις από την κεντρική τράπεζα.






























