Οι στατιστικές για τη Γαλλία είναι επίσημες και αποκαλυπτικές. Αποτυπώνουν μια πραγματικότητα απαράδεκτη για μια πλούσια χώρα του G7 και προδιαγράφουν γι’ αυτήν αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη ένα μέλλον ζοφερό δεδομένου ότι απειλεί να ανατρέψει μεταπολεμικές αξίες, όπως αυτές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του σεβασμού της διαφορετικότητας των άλλων.
Σχεδόν 10 εκατομμύρια Γάλλοι εξακολουθούν να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Παρά τη μικρή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τη μείωση του πληθωρισμού που έδειξαν τα στοιχεία του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών της Γαλλίας (INSEE) για το 2024, τα ποσοστά της φτώχειας και της ανισότητας στη δεύτερη (μετά τη γερμανική) οικονομία της Ευρώπης, έχουν εκτιναχθεί σε ιστορικά επίπεδα.
Η μελέτη του INSEE που επικεντρώνεται σε άτομα που ζουν σε συνηθισμένες κατοικίες στη μητροπολιτική Γαλλία – εξαιρούνται δηλαδή οι άστεγοι και όσοι ζουν σε τροχόσπιτα. Και αποκαλύπτει ότι το έτος 2024 9,8 εκατομμύρια Γάλλοι ζούσαν με λιγότερα από 1.337 ευρώ το μήνα, κάτω από το όριο της φτώχειας, που ορίζεται στο 60% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος.
Το ποσοστό της φτώχειας διαμορφώνεται στο 15,4%, όπως και το 2023, παραμένοντας σταθερό στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 1996, όταν ξεκίνησε αυτή η σειρά των μελετών του Ινστιτούτου. «Ένα ανησυχητικό εύρημα της έρευνας είναι το ότι η φτώχεια εκτινάσσεται επειδή η ανισότητα στο βιοτικό επίπεδο των Γάλλων έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδό της εδώ και τριάντα χρόνια, κυρίως λόγω της μεγάλης αύξησης του εισοδήματος των πλουσιότερων νοικοκυριών στη χώρα», σημειώνει ο Αντουάν Γκουλέν στην εφημερίδα «Le Figaro».
Χάνουν το τρένο
Σε γενικές γραμμές τα στοιχεία της επίσημης στατιστικής υπηρεσίας έδειξαν ότι το 2024 το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε για ολόκληρο τον γαλλικό πληθυσμό χάρη στην επιβράδυνση του πληθωρισμού και στις αυξήσεις που έγιναν στον κατώτατο μισθό, τις συντάξεις και τα κοινωνικά επιδόματα. Όμως η μεγάλη συγκέντρωση του πλούτου στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού (το 20% των πλέον ευκατάστατων) προκαλεί στους υστερούντες (το 20% των φτωχότερων) την αίσθηση ότι χάνουν το τρένο της ευημερίας και της προόδου. Η εντύπωση αυτή – που δεν είναι αδικαιολόγητη – δημιουργεί σε κάποιους αισθήματα ματαίωσης και παραίτησης, σε άλλους αισθήματα θυμού και οργής.
Το αποτέλεσμα είναι όσοι αισθάνονται απόκληροι της ζωής και πολίτες δεύτερης κατηγορίας, να στρέφονται εναντίον του συστήματος που αναπαράγει τις εισοδηματικές ανισότητες και την κοινωνική αδικία και να σαγηνεύονται από αντισυστημικές ρητορικές λαϊκιστών πολιτικών που υπόσχονται την εκ βαθέων μεταρρύθμιση του status quo, αν όχι την ανατροπή του.
Αν στην απογοήτευση των φτωχότερων τμημάτων του γαλλικού πληθυσμού προσθέσει κανείς και εκείνη της μεσαίας εισοδηματικής τάξης που βλέπει ότι είτε φτωχοποιείται είτε υστερεί όλο και περισσότερο από τις ανώτερες τάξεις, αντιλαμβάνεται γιατί αυξάνεται θεαματικά η απήχηση που έχουν στους ψηφοφόρους τα αντισυστημικά πολιτικά αφηγήματα.
Άνεργοι και παιδιά
«Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η φτώχεια έχει ενταθεί», γράφει ο ρεπόρτερ του «Figaro». Ο Αντουάν Γκουλέν εξηγεί ότι οι μισοί από όσους ζουν σε συνθήκες φτώχειας επιβιώνουν με λιγότερα από 1.074 ευρώ το μήνα. Βρίσκονται δηλαδή σε ένα εισοδηματικό επίπεδο 19,7% χαμηλότερο από το όριο φτώχειας των 1.337 ευρώ και η εισοδηματική τους κατάσταση χαρακτηρίζεται «ακραία φτώχεια».
Αυτή η διαφορά που είναι γνωστή ως «ένταση της φτώχειας» και καταμετρά το βάθος των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ένα ευάριθμο τμήμα του γαλλικού πληθυσμού, αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε ένα έτος. «Κάτι που δείχνει ότι οι πιο ευάλωτοι απομακρύνονται διαρκώς από το μέσο βιοτικό επίπεδο, αντί να συγκλίνουν», σημειώνει ο Γάλλος ρεπόρτερ.
Οι άνεργοι παραμένουν οι πλέον ευάλωτοι στη φτώχεια. Το ποσοστό των φτωχών ανέργων βρισκόταν στο 36,1% το 2024. Ακολουθούν οι μονογονεϊκές οικογένειες, το 34% των οποίων ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Οι ερευνητές του INSEE σημειώνουν ότι η κατάσταση των μονογονεϊκών οικογενειών έχει βελτιωθεί ελαφρώς συγκριτικά με το 2023, αλλά «παραμένει σημαντικά χειρότερη από όσο ήταν προτού ξεσπάσει η πληθωριστική κρίση».
Τα παιδιά επίσης παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτα. Το 22,4% αυτών ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ένα ποσοστό που συνεχίζει να αυξάνεται. Αντίθετα, οι συνταξιούχοι βλέπουν την κατάστασή τους να βελτιώνεται χάρη στις αυξήσεις των συντάξεων. Το ποσοστό φτώχειας των συνταξιούχων έχει μειωθεί στο 10,4%, στα επίπεδα δηλαδή των φτωχών εργαζομένων.
Παροξυσμικές ανισότητες
Το Insee αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο στην άνευ προηγουμένου διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων στη Γαλλία. Ο συντελεστής Gini, ένας στατιστικός δείκτης που βασίζεται στη διανομή του εισοδήματος και του πλούτου μεταξύ του πληθυσμού μιας χώρας, αυξήθηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το 2024 φθάνοντας στο 0,302. Πρόκειται για επίπεδο-ρεκόρ για τη Γαλλία.
Αυτή η τάση οφείλεται στην ασύμμετρη αύξηση του εισοδήματος της οικονομικής ελίτ. Η ψαλίδα μεταξύ των πολύ ευκατάστατων νοικοκυριών που βρίσκονται στην πιο υψηλή βαθμίδα της κλίμακας και των φτωχότερων που βρίσκονται στη βάση άνοιξε όσο ποτέ άλλοτε το έτος 2024, που καλύπτει η τελευταία έρευνα του Insee. Έτσι το πλουσιότερο 20% των Γάλλων κέρδιζε 4,6 φορές περισσότερα χρήματα από το φτωχότερο 20%.
Την πενταετία 2019-2024 το μερίδιο του εισοδήματος που κατείχε το φτωχότερο 20% του γαλλικού πληθυσμού μειώθηκε κατά 0,5%, ενώ το μερίδιο του πλουσιότερου 20% αυξήθηκε κατά 1,4%. Είναι φανερό ότι παρά τη συνολική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Γάλλων που παρατηρήθηκε το 2024, η οικονομική ανάκαμψη ωφελεί διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού ενισχύοντας έτσι την ανισότητα, αντί να την αμβλύνει.



































