Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, το βασικό σενάριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προέβλεπε ότι η αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας θα επέτρεπε στον πληθωρισμό να επιστρέψει σταδιακά προς τον στόχο του 2%.
Οι αγορές είχαν αρχίσει να θεωρούν ότι η πιο δύσκολη φάση είχε περάσει και ότι οι επόμενες αποφάσεις της ΕΚΤ θα κινούνταν σε ένα περιβάλλον μεγαλύτερης προβλεψιμότητας. Ωστόσο, οι εξελίξεις υποχρεώνουν το διοικητικό συμβούλιο της Κεντρικής τράπεζας να ξανα βάλει στο κέντρο των αποφάσεων τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις επιπτώσεις της στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Αυτό που παρακολουθεί πλέον η Φρανκφούρτη είναι αν η νέα αύξηση της τιμής του πετρελαίου θα μεταβληθεί σε νέα πληθωριστική πίεση μέσα από τις λεγόμενες δευτερογενείς επιδράσεις.
Η νέα άνοδος της τιμής του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, η ενίσχυση των τιμών του φυσικού αερίου και η μεταβλητότητα που επέστρεψε στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια δεν αποτελούν από μόνες τους μια νέα ενεργειακή κρίση, επαναφέρουν όμως τις αναταράξεις στις παγκόσμιες ενεργειακές αλυσίδες και τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Η ΕΚΤ ξανακοιτάζει τον πληθωρισμό
Η αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο, συνοδεύτηκε από αναθεώρηση των προβλέψεων για τον πληθωρισμό, καθώς η ίδια η ΕΚΤ αναγνώρισε ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αυξάνουν τους ανοδικούς κινδύνους για τις τιμές της ενέργειας.
Στις νέες προβλέψεις της, η ΕΚΤ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα διαμορφωθεί στο 3% το 2026, θα αποκλιμακωθεί στο 2,3% το 2027 και θα επιστρέψει στον στόχο του 2% το 2028. Η αναθεώρηση βασίζεται κυρίως στην πιθανότητα οι αυξήσεις της ενέργειας να μεταφερθούν σταδιακά στο σύνολο της οικονομίας μέσω του υψηλότερου κόστους μεταφορών, παραγωγής και υπηρεσιών.
Αυτό που παρακολουθεί πλέον η Φρανκφούρτη είναι αν η νέα αύξηση της τιμής του πετρελαίου θα μεταβληθεί σε νέα πληθωριστική πίεση μέσα από τις λεγόμενες δευτερογενείς επιδράσεις. Τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ δείχνουν ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου επισημαίνουν ότι ενδεχόμενες διαταραχές στις ενεργειακές ροές θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις πληθωριστικές προσδοκίες σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Την ίδια εικόνα περιγράφουν και οι τελευταίες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, χωρίς να αλλάζουν τη συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας.
Στην παρέμβασή του προς την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σημείωσε ότι η αναμενόμενη περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 διακόπηκε εξαιτίας της νέα κλιμάκωσης της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή και της έντονης αύξησης των διεθνών τιμών της ενέργειας.
Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί περιγράφει ακριβώς το σημείο στο οποίο άλλαξε το βασικό οικονομικό σενάριο καθώς η πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού γίνεται όμως πιο αργή και περισσότερο αβέβαιη. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά πλέον ότι ο γενικός πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026, από 2,9% το 2025, πριν υποχωρήσει στο 2,6% το 2027 και στο 2,3% το 2028. Η αναθεώρηση αποδίδεται κυρίως στην ενέργεια, χωρίς να περιορίζεται σε αυτήν.
Όπως επισημαίνεται στις ίδιες προβλέψεις, το υψηλότερο ενεργειακό κόστος αναμένεται να περάσει σταδιακά στις υπηρεσίες, στα βιομηχανικά αγαθά και στα τρόφιμα μέσω της αύξησης του κόστους παραγωγής και μεταφοράς. Αυτός ακριβώς είναι ο μηχανισμός που απασχολεί σήμερα περισσότερο τις κεντρικές τράπεζες.
Οι αγορές ξαναγράφουν το σενάριο
Η άνοδος του πετρελαίου συνοδεύτηκε από αυξημένη μεταβλητότητα στα χρηματιστήρια και από ανοδική κίνηση στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, καθώς οι επενδυτές άρχισαν να επαναξιολογούν το ενδεχόμενο τα επιτόκια να παραμείνουν σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Το τελευταίο Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφει ότι οι αγορές εξακολουθούν να ενσωματώνουν στο βασικό τους σενάριο μία ακόμη αύξηση επιτοκίων έως το τέλος του 2026, ενώ οι πιθανότητες μιας πρόσθετης κίνησης μέσα στο 2027 έχουν ενισχυθεί μετά την επιστροφή της ενεργειακής αβεβαιότητας.
Η εκτίμηση αυτή δεν προδικάζει τις αποφάσεις της ΕΚΤ, δείχνει όμως ότι η αγορά έχει αρχίσει να αποδίδει μεγαλύτερη πιθανότητα σε ένα σενάριο όπου η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού θα καθυστερήσει περισσότερο από ό,τι υπολογιζόταν πριν από λίγες εβδομάδες.
Για την ελληνική οικονομία, η συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η επενδυτική δραστηριότητα βρίσκεται σε ισχυρή ανοδική φάση, η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις κινείται κοντά στο 10% και σημαντικό μέρος των νέων έργων χρηματοδοτείται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα δεν ανατρέπει αυτή τη δυναμική, αυξάνει όμως το κόστος χρηματοδότησης νέων επενδυτικών σχεδίων, περιορίζει τα περιθώρια φθηνότερου δανεισμού και επηρεάζει κυρίως τις μικρότερες επιχειρήσεις που εξακολουθούν να εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από την τραπεζική πίστη.
Παράλληλα, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, οι ελλείψεις δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας, η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, το επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και ένας πληθωρισμός που εξακολουθεί να κινείται υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σε αυτό το περιβάλλον, η εξέλιξη των τιμών της ενέργειας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Το επόμενο βήμα
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει καταστήσει σαφές ότι δεν ακολουθεί προκαθορισμένη πορεία επιτοκίων. Οι επόμενες αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τα στοιχεία για τον πληθωρισμό, την αγορά εργασίας, τις μισθολογικές εξελίξεις και τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Η νέα ένταση στη Μέση Ανατολή δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε έναν νέο κύκλο ενεργειακής κρίσης, παρόλα αυτά όλα δείχνουν οτι ο φάκελος του πληθωρισμού, ο οποίος έδειχνε να κλείνει σταδιακά, παραμένει ανοιχτός. Όσο η γεωπολιτική αβεβαιότητα εξακολουθεί να επηρεάζει τις ενεργειακές αγορές και τις προσδοκίες για τις τιμές, η συζήτηση για τα επιτόκια θα συνεχίσει να κινείται σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.



































