Οι μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών δείχνουν να χάνουν την ορμή τους μετά από μία εντυπωσιακά ξέφρενη άνοδο, καθώς οι επενδυτές αρχίζουν να ανησυχούν για έναν γνώριμο κίνδυνο: την πιθανότητα η βιομηχανία των τσιπ μνήμης να οδηγηθεί ξανά σε υπερπροσφορά, έναν από τους βασικούς λόγους που ιστορικά προκαλούν έντονους κύκλους ανόδου και πτώσης στον κλάδο, σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times.
Παρά τις ισχυρές οικονομικές επιδόσεις των μεγαλύτερων κατασκευαστών, οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις έχουν δεχθεί σημαντικές πιέσεις. Η μετοχή της Samsung Electronics έχει χάσει περίπου το ένα τρίτο της αξίας της από τα υψηλά του Ιουνίου, παρά τις καλύτερες των αναμενομένων προβλέψεις για τα τριμηνιαία αποτελέσματά της. Η SK Hynix, αν και ολοκλήρωσε με επιτυχία δημόσια προσφορά μετοχών στις ΗΠΑ, έχει υποχωρήσει σχεδόν 40% στο χρηματιστήριο της Σεούλ, ενώ η Micron καταγράφει απώλειες άνω του 30%.
Η μεταβλητότητα αυτή αντανακλά τη σύγκρουση δύο αντίθετων δυνάμεων. Από τη μία πλευρά, η εκρηκτική ζήτηση για τσιπ μνήμης που χρησιμοποιούνται στα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης. Από την άλλη, οι κολοσσιαίες επενδύσεις που πραγματοποιούν οι εταιρείες προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγική τους δυναμικότητα.
Με τις εταιρείες ημιαγωγών να συγκαταλέγονται πλέον στις μεγαλύτερες του κόσμου βάσει χρηματιστηριακής αξίας, η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης αναμένεται να επηρεάσει τις αποδόσεις εκατομμυρίων επενδυτών.

Κλειδί η ζήτηση τσιπ από την τεχνητή νοημοσύνη
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Sungkyunkwan της Σεούλ, Κγον Σεόκ-τζουν, προειδοποίησε στους Financial Times ότι τα σημερινά επενδυτικά σχέδια των κορυφαίων παραγωγών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπερπροσφορά έως το 2028, εάν η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αποδειχθεί τελικά πιο αδύναμη από ό,τι προεξοφλεί σήμερα η αγορά.
Η SK Hynix έχει ήδη ανακοινώσει σχέδια για διπλασιασμό της παραγωγικής της ικανότητας μέσα στην επόμενη πενταετία και τριπλασιασμό έως το 2034. Το επενδυτικό της πρόγραμμα φτάνει τα 1.100 τρισ. γουόν (739 δισ. δολάρια), περιλαμβάνοντας τέσσερα νέα εργοστάσια παραγωγής DRAM στο Yongin, επενδύσεις σε μονάδα μνήμης flash στο Cheongju και την ανάπτυξη ενός νέου συμπλέγματος ημιαγωγών στη νοτιοδυτική Νότια Κορέα.
Αντίστοιχα, η Samsung ανακοίνωσε ότι θα επενδύσει συνολικά 2.100 τρισ. γουόν (1,4 τρισ. δολάρια) στις δραστηριότητες ημιαγωγών έως το 2040, ενώ η Micron σχεδιάζει επενδύσεις άνω των 250 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ μέχρι το 2035, με νέα εργοστάσια στο Άινταχο, τη Νέα Υόρκη και τη Βιρτζίνια, καθώς και επέκταση των δραστηριοτήτων της στην Ιαπωνία και την Ινδία.
«Οι κατασκευαστές βασίζουν αυτά τα σχέδια στην παραδοχή ότι η ζήτηση από τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης θα παραμείνει εξαιρετικά ισχυρή τα επόμενα χρόνια», σημείωσε ο Κγον. «Αν όμως οι αποδόσεις των τεράστιων επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη απογοητεύσουν, τότε και η ζήτηση για μνήμες θα επιβραδυνθεί».
Την ίδια ανησυχία εξέφρασε και ο διάσημος επενδυτής Μάικλ Μπέρι, γνωστός από το The Big Short. Σε ανάρτησή του στο Substack αποκάλυψε ότι έχει λάβει θέση short στη Micron, υποστηρίζοντας πως οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται σήμερα σηματοδοτούν «την αρχή του τέλους» του τρέχοντος ανοδικού κύκλου. Όπως έγραψε, οι εταιρείες μνήμης παραμένουν έντονα κυκλικές: «Όταν οι καιροί είναι καλοί, οι μετοχές ανεβαίνουν περισσότερο απ’ όσο δικαιολογείται. Όταν οι συνθήκες επιδεινώνονται, πέφτουν επίσης υπερβολικά».

Μακρά ιστορία έντονων διακυμάνσεων
Η αγορά DRAM, δηλαδή των τσιπ βραχυπρόθεσμης μνήμης που χρησιμοποιούν οι υπολογιστές κατά την εκτέλεση υπολογισμών, έχει μακρά ιστορία έντονων διακυμάνσεων. Στη δεκαετία του 1990 δραστηριοποιούνταν περίπου 20 εταιρείες. Σήμερα έχουν απομείνει ουσιαστικά μόνο τρεις μεγάλοι παίκτες – Samsung, SK Hynix και Micron – καθώς το διαρκώς αυξανόμενο κόστος επενδύσεων απέκλεισε τους περισσότερους ανταγωνιστές.
Η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας χαρακτήρισε πρόσφατα το κοινό επενδυτικό πρόγραμμα Samsung και SK Hynix ως ένα «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός», με στόχο τον διπλασιασμό της εγχώριας παραγωγής DRAM μέσα σε πέντε χρόνια. Ωστόσο, η συνολική επέκταση, που ξεπερνά τα 2.000 τρισ. γουόν σε βάθος 15ετίας, έχει ήδη αναζωπυρώσει φόβους ότι η αγορά μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε υπερπροσφορά.
Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα της ζήτησης. Αναφορές ότι η Meta εξετάζει την εμπορική αξιοποίηση πλεονάζουσας υπολογιστικής ισχύος έχουν ενισχύσει τις εκτιμήσεις πως το πρώτο κύμα επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη ίσως ολοκληρωθεί ταχύτερα από όσο αναμενόταν.
Ορισμένοι αναλυτές, πάντως, θεωρούν ότι ο σημερινός κύκλος διαφέρει από τους προηγούμενους. Ο Ντάνιελ Κιμ της Macquarie υποστηρίζει ότι η παραγωγή μνήμης υψηλού εύρους ζώνης (HBM), η οποία χρησιμοποιείται στους επιταχυντές τεχνητής νοημοσύνης, είναι τεχνικά πολύ πιο απαιτητική, απαιτώντας περισσότερα wafers πυριτίου και πιο σύνθετες διαδικασίες παραγωγής. Επιπλέον, οι μεγάλες ελλείψεις έχουν οδηγήσει τους πελάτες να υπογράφουν πολυετείς συμβάσεις προμήθειας με προκαταβολές και κατώτατα όρια τιμών, περιορίζοντας ενδεχομένως τις ακραίες διακυμάνσεις του παρελθόντος.
Η Κίνα αποτελεί την μεγαλύτερη αβεβαιότητα
Οι αναλυτές υπενθυμίζουν επίσης ότι τα νέα εργοστάσια απαιτούν πολλά χρόνια μέχρι να τεθούν σε πλήρη λειτουργία. Το εργοστάσιο Yongin της SK Hynix, για παράδειγμα, ανακοινώθηκε ήδη από το 2019, αλλά η πρώτη περιορισμένη παραγωγή δεν αναμένεται πριν από τα τέλη του 2027. Σύμφωνα με τη Nomura, ακόμη και η επιτάχυνση των υφιστάμενων σχεδίων δύσκολα θα επηρεάσει ουσιαστικά την προσφορά πριν περάσουν τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα, ωστόσο, προέρχεται από την Κίνα. Η ChangXin Memory Technologies προετοιμάζει εισαγωγή στο χρηματιστήριο ύψους 9,8 δισ. δολαρίων, η οποία θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μια ακόμη ταχύτερη επέκταση της παραγωγής της. Σύμφωνα με τη SemiAnalysis, η εταιρεία θα διαθέτει έως το τέλος του 2028 δυναμικότητα παραγωγής περίπου 500.000 wafers τον μήνα, ενώ η Morgan Stanley εκτιμά ότι η Κίνα θα αντιπροσωπεύει σχεδόν το 30% της νέας παραγωγικής δυναμικότητας DRAM παγκοσμίως μέχρι τότε.
«Η Κίνα θα αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα», καταλήγει ο Κγον. «Οι κορεατικές εταιρείες μπορούν να προσαρμόζουν τα επενδυτικά τους σχέδια ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς. Αν όμως η κινεζική επέκταση αποδειχθεί πιο επιθετική από ό,τι αναμένεται, ο έλεγχος της προσφοράς θα γίνει πολύ δυσκολότερος».





































