Η ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών επιβεβαιώνει και το 2025 τον κεντρικό της ρόλο στην οικονομία, παραμένοντας ο μεγαλύτερος κλάδος της μεταποίησης σε απασχόληση και ένας από τους ισχυρότερους σε κύκλο εργασιών και προστιθέμενη αξία. Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του ΙΟΒΕ σε συνεργασία με τον ΣΕΒΤ, ο κλάδος αριθμεί περίπου 15,8 χιλ. επιχειρήσεις, απασχολεί πάνω από 162 χιλ. εργαζόμενους και διατηρεί ισχυρή εξαγωγική παρουσία, παρά τις συνεχιζόμενες πιέσεις από το κόστος και τις διεθνείς αναταράξεις.
Σε επίπεδο μεταποίησης, τα Τρόφιμα και Ποτά αντιπροσωπεύουν το 27,3% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, το 26,3% του κύκλου εργασιών και το 26,6% της προστιθέμενης αξίας, ενώ συγκεντρώνουν το 36,9% των εργαζομένων του μεταποιητικού τομέα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κλάδος παραμένει επίσης κορυφαίος, με μερίδιο 15,9% στον κύκλο εργασιών της μεταποίησης στην ΕΕ-27 και 16,0% στην απασχόληση. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών έχει μεγαλύτερη συμβολή στη μεταποίηση από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο σε όλες τις βασικές κατηγορίες.
Η εικόνα των τελευταίων ετών δείχνει και βελτίωση σε βασικά μεγέθη. Το 2024, ο αριθμός των επιχειρήσεων στα Τρόφιμα αυξήθηκε κατά 0,3%, ο κύκλος εργασιών κατά 4,6%, η προστιθέμενη αξία κατά 20,3% και η απασχόληση κατά 2,2%. Στα Ποτά, οι αντίστοιχες μεταβολές ήταν 1,9%, 12,8%, 22,1% και 1,2%. Το 2025, ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής στα Τρόφιμα ενισχύθηκε κατά 3,1% στην Ελλάδα, έναντι 1,6% στο σύνολο της μεταποίησης.
Υποκλάδοι και μεγέθη
Η εσωτερική δομή του κλάδου παραμένει έντονα κατακερματισμένη σε αριθμό επιχειρήσεων αλλά συγκεντρωμένη σε παραγωγή και αξία. Στα Τρόφιμα, η Αρτοποιία και τα αλευρώδη συγκεντρώνουν το 56% των επιχειρήσεων, ενώ σε όρους κύκλου εργασιών ξεχωρίζουν τα Γαλακτοκομικά και η Αρτοποιία με 16% έκαστο, τα Φρούτα και λαχανικά με 15% και το Κρέας με 13%. Σε προστιθέμενη αξία, πρώτη έρχεται η Αρτοποιία με 18%, ακολουθούμενη από τα Φρούτα και λαχανικά με 17% και τα Ποτά με 15%.
Η ανάπτυξη δεν είναι ομοιόμορφη. Το 2024, η μεγαλύτερη αύξηση κύκλου εργασιών στους επιμέρους υποκλάδους καταγράφηκε στα Ποτά (+12,8%), στα Ψάρια (+9,6%) και στα Φρούτα και λαχανικά (+8,3%). Εντυπωσιακή ήταν και η άνοδος της προστιθέμενης αξίας στα Έλαια και λίπη (+71,2%), αν και ο συγκεκριμένος κλάδος εμφάνισε πτώση στον κύκλο εργασιών (-3,4%). Αντίθετα, η Αρτοποιία και τα αλευρώδη σημείωσαν κάμψη στην προστιθέμενη αξία κατά 2,8%.
Απασχόληση και δεξιότητες
Ο κλάδος παραμένει βασικός εργοδότης, αν και το 2025 η συνολική απασχόληση σε Τρόφιμα και Ποτά υποχώρησε κατά 2,0%, στους 162 χιλ. εργαζόμενους. Στα Τρόφιμα η απασχόληση έμεινε σχεδόν αμετάβλητη (+0,3%), όμως στα Ποτά σημειώθηκε ισχυρή μείωση κατά 24,5%. Η Αρτοποιία και τα αλευρώδη παραμένουν ο μεγαλύτερος υποκλάδος με 75,3 χιλ. εργαζόμενους, αν και με πτώση 12,8%.
Ιδιαίτερη εικόνα δίνει και το μορφωτικό προφίλ του ανθρώπινου δυναμικού. Το 2025, το 74% των εργαζομένων στον κλάδο είναι απόφοιτοι γυμνασίου και λυκείου, ενώ το 20% έχει πανεπιστημιακή ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση. Η παραγωγικότητα εργασίας στη βιομηχανία τροφίμων διαμορφώθηκε στα 30,1 χιλ. ευρώ το 2023, σαφώς χαμηλότερα από το αντίστοιχο επίπεδο της συνολικής μεταποίησης, που έφτασε τα 45,6 χιλ. ευρώ. Παράλληλα, το κόστος εργασίας στη μεταποίηση στην Ελλάδα αυξήθηκε σωρευτικά κατά 27,0% την περίοδο 2020-2025, πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (22,3%).
Τιμές και πληθωρισμός
Στο μέτωπο των τιμών, η εικόνα είναι μεικτή. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή για Τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκε κατά 2,3% το 2025, από 3,1% το 2024. Στα ίδια τα τρόφιμα, η αύξηση ήταν 2,9%, με τη μεγαλύτερη άνοδο να καταγράφεται στα Φρούτα (+8,0%) και στο Κρέας (+7,1%). Αντίθετα, τα Έλαια και Λιπαρά εμφάνισαν μεγάλη μείωση τιμών (-22,3%).
Σε διεθνές επίπεδο, ο δείκτης τιμών τροφίμων του ΔΝΤ υποχώρησε κατά 4,6% το 2025, ενώ στα ποτά αυξήθηκε κατά 17%. Η FAO κατέγραψε συνολική άνοδο 4,3% στις διεθνείς τιμές τροφίμων, με ισχυρές αυξήσεις στα Γαλακτοκομικά (+13,1%) και στα Έλαια (+17,1%), αλλά πτώση στα Δημητριακά και στη Ζάχαρη. Στην Ελλάδα, ο δείκτης τιμών παραγωγού στα μεταποιημένα τρόφιμα μειώθηκε κατά 0,7% το 2025, ενώ στα Ποτά αυξήθηκε κατά 4,3%.
Εξωτερικό εμπόριο
Το εξωτερικό εμπόριο αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά, αλλά και πιο αμφίσημα, πεδία του κλάδου. Οι εξαγωγές Τροφίμων και Ποτών έφτασαν τα 7,4 δισ. ευρώ το 2025, αυξημένες κατά 6,7%, ενώ οι εισαγωγές ενισχύθηκαν κατά 8,0% στα 9,2 δισ. ευρώ. Έτσι, το εμπορικό ισοζύγιο παρέμεινε ελλειμματικό, στα 1,8 δισ. ευρώ, από 1,6 δισ. ευρώ το 2024.
Παρά το έλλειμμα, ο κλάδος ενισχύει σταθερά την εξωστρέφειά του. Ο δείκτης εξωστρέφειας έφτασε το 44% το 2025, ενώ η εισαγωγική διείσδυση ανήλθε στο 49%. Οι εξαγωγές του κλάδου αντιστοιχούν πλέον στο 15% των συνολικών εξαγωγών αγαθών της χώρας, το υψηλότερο επίπεδο από το 2015. Κύριες αγορές εξαγωγών είναι η Ιταλία, η Γερμανία, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Κύπρος.
Σε κλαδικό επίπεδο, τα Επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά παραμένουν ο πιο πλεονασματικός εξαγωγικός κλάδος, με πλεόνασμα 1,2 δισ. ευρώ το 2025, ενώ πλεόνασμα καταγράφουν επίσης τα Έλαια και λίπη, τα Γαλακτοκομικά και τα προϊόντα αρτοποιίας. Στον αντίποδα, το Κρέας παραμένει ο πιο ελλειμματικός κλάδος, με έλλειμμα 1,8 δισ. ευρώ.
Χρηματοοικονομική εικόνα
Στα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων, η εικόνα είναι επίσης βελτιωμένη. Ο κύκλος εργασιών του δείγματος επιχειρήσεων διαμορφώθηκε στα 21,8 δισ. ευρώ το 2024, με αύξηση 5,0%, ενώ τα EBITDA έφτασαν τα 2,3 δισ. ευρώ (+15,3%) και τα καθαρά κέρδη τα 996 εκατ. ευρώ (+17,0%). Για τις μεγάλες επιχειρήσεις με τζίρο άνω των 50 εκατ. ευρώ, ο κύκλος εργασιών έφτασε τα 11,9 δισ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη τα 574 εκατ. ευρώ, με αύξηση 27,5%.
Το περιθώριο καθαρού κέρδους για το σύνολο του κλάδου βελτιώθηκε στο 4,6% το 2024 από 4,1% το 2023, ενώ στις μεγάλες επιχειρήσεις ανέβηκε στο 4,8%. Η βελτίωση αυτή δείχνει ότι, παρά τις πιέσεις από τις τιμές και το κόστος, ο κλάδος διατηρεί ισχυρή ανθεκτικότητα και ικανότητα προσαρμογής.
Σημασία για την οικονομία
Η συνολική εικόνα είναι σαφής: η Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών παραμένει ένας από τους πιο κρίσιμους και ανθεκτικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση, συμβολή στην απασχόληση, εξαγωγικό αποτύπωμα και υψηλή βαρύτητα στη μεταποίηση, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπη με προκλήσεις που αφορούν το κόστος, το εμπορικό ισοζύγιο και την ανάγκη για επενδύσεις σε καινοτομία και παραγωγικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η καλύτερη διασύνδεση με τον πρωτογενή τομέα αναδεικνύονται σε καθοριστικούς παράγοντες για την επόμενη μέρα.





































