Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, όμως η ενεργειακή της ασφάλεια εξακολουθεί να δοκιμάζεται. Η διαφοροποίηση των προμηθευτών ενίσχυσε την ανθεκτικότητα της Ευρώπης απέναντι στη Μόσχα, αλλά ταυτόχρονα αύξησε την έκθεσή της στις διεθνείς αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και στις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθιστώντας τις τιμές της ενέργειας ευάλωτες σε νέους κραδασμούς.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας ανάλυσης της Eurobank Research για τις προοπτικές των ευρωπαϊκών αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου, η οποία επισημαίνει ότι ο πρόσφατος πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν απέδειξε πως, παρά τις σημαντικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Ευρώπη εξακολουθεί να παραμένει εκτεθειμένη σε σοβαρούς ενεργειακούς κινδύνους, αν και διαφορετικής φύσης από εκείνους που αντιμετώπιζε πριν από το 2022.
Από τη ρωσική εξάρτηση στη γεωπολιτική αβεβαιότητα
Η μελέτη καταγράφει ότι οι κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας και το σχέδιο REPowerEU αναδιαμόρφωσαν ριζικά τον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης. Η Ρωσία, η οποία πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία αποτελούσε τον βασικό προμηθευτή αργού πετρελαίου της ΕΕ, είδε το μερίδιό της να υποχωρεί στο μόλις 2,2% των εισαγωγών αργού το 2025, έναντι 21,1% την περίοδο 2015-2021, ενώ στα διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα περιορίστηκε στο 0,4%, από 25,7% πριν από την εισβολή στην Ουκρανία. Το κενό καλύφθηκε κυρίως από τις ΗΠΑ, το Καζακστάν, τη Σαουδική Αραβία, τη Νορβηγία, τη Βραζιλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη Eurobank, η αλλαγή αυτή δεν εξάλειψε τους κινδύνους, αλλά τους μετέφερε. Η αυξημένη εξάρτηση από τις αγορές LNG και από τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο σημαίνει ότι κάθε νέα κρίση στη Μέση Ανατολή μπορεί να επηρεάσει άμεσα το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη.
Το φυσικό αέριο παραμένει ο αδύναμος κρίκος
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου αποδείχθηκαν σαφώς πιο ευάλωτες από τις αγορές πετρελαίου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης με το Ιράν.
Τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης, ο έντονος διεθνής ανταγωνισμός για φορτία LNG και η προγραμματισμένη πλήρης κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το φθινόπωρο του 2027 διατήρησαν τις τιμές του ευρωπαϊκού δείκτη TTF σε υψηλά επίπεδα, ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων. Αντίθετα, οι τιμές του Brent υποχώρησαν σχετικά γρήγορα προς τα προπολεμικά επίπεδα, αναδεικνύοντας τη διαφορετική ευαισθησία των δύο αγορών.

Η Eurobank σημειώνει, πάντως, ότι η άνοδος των τιμών ήταν αισθητά μικρότερη σε σχέση με το σοκ που είχε προκαλέσει η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η αυξημένη παγκόσμια προσφορά πετρελαίου, η δημιουργία σημαντικών αποθεμάτων — κυρίως από την Κίνα — αλλά και η μεγαλύτερη διαφοροποίηση των ευρωπαϊκών προμηθευτών, παράγοντες που απέτρεψαν μια νέα εκτίναξη των τιμών.
Η Eurobank επισημαίνει ότι, παρά τη σημαντική μείωση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει να διαφοροποιήσει ουσιαστικά τις πηγές προμήθειάς της. Αντί της Ρωσίας, κυρίαρχο ρόλο έχουν πλέον οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ συνολικά οι πέντε μεγαλύτεροι προμηθευτές εξακολουθούν να καλύπτουν πάνω από το 80% των ευρωπαϊκών εισαγωγών.
Την ίδια στιγμή, τα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν υποχωρήσει αισθητά τα τελευταία δύο χρόνια, γεγονός που, σε συνδυασμό με τη σταδιακή κατάργηση των ρωσικών εισαγωγών έως το 2027, διατηρεί τις τιμές του φυσικού αερίου σε υψηλά επίπεδα
Οι προβλέψεις για το υπόλοιπο του 2026
Στο βασικό σενάριο, το οποίο προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και επαναλειτουργία των θαλάσσιων μεταφορών μέσω των Στενών του Ορμούζ προς το τέλος του έτους, η Eurobank εκτιμά ότι η μέση τιμή του Brent θα διαμορφωθεί μεταξύ 85,6 και 87,1 δολαρίων ανά βαρέλι το 2026. Σε περίπτωση παρατεταμένης γεωπολιτικής έντασης, η τιμή εκτιμάται ότι θα κινηθεί μεταξύ 88,5 και 93,4 δολαρίων ανά βαρέλι. Για το φυσικό αέριο, η μέση τιμή του TTF προβλέπεται μεταξύ 47,9 και 49,9 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο βασικό σενάριο και 54 έως 57,1 ευρώ/MWh στο δυσμενές.
Η πράσινη μετάβαση δεν προχωρά αρκετά γρήγορα
Παράλληλα, η μελέτη προειδοποιεί ότι η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης εξελίσσεται με βραδύτερο ρυθμό από αυτόν που απαιτούν οι στόχοι της ΕΕ. Παρότι ο δεσμευτικός στόχος για τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην τελική κατανάλωση έχει αυξηθεί στο 42,5% έως το 2030, με φιλοδοξία να φθάσει ακόμη και το 45%, τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι το ποσοστό των ΑΠΕ διαμορφώνεται μόλις στο 26,2%, γεγονός που καταδεικνύει ότι απαιτούνται πολύ ταχύτερες επενδύσεις τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τη Eurobank, η επιτάχυνση των επενδύσεων στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, στις υποδομές αποθήκευσης, στα ηλεκτρικά δίκτυα και στις διασυνοριακές διασυνδέσεις αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε η Ευρώπη να μειώσει την έκθεσή της σε γεωπολιτικούς κινδύνους, να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις από την ενέργεια και να ενισχύσει μακροπρόθεσμα την ενεργειακή της ασφάλεια


































