Παρά τα σύννεφα που συσσωρεύονται στην παγκόσμια οικονομία, η «ανθεκτικότητα» παραμένει, σύμφωνα με τη Citi, η οποία εκτιμά ότι η διεθνής οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό, παρά τις επιπτώσεις από τη σύγκρουση στο Ιράν και την παρατεταμένη αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας.
Όπως επισημαίνει η Citi στην τελευταία της ανάλυση, η παγκόσμια οικονομική εικόνα εξακολουθεί να διαμορφώνεται από δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μία πλευρά, η σύγκρουση στο Ιράν παραμένει άλυτη, ενώ τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να είναι σε μεγάλο βαθμό κλειστά. Από την άλλη, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό, επιβεβαιώνοντας το διαχρονικό αφήγημα της «ανθεκτικότητας» που έχει υιοθετήσει ο οίκος.
Η Citi τοποθετεί την παγκόσμια ανάπτυξη για το 2026 στο 2,6%, έναντι ρυθμού 2,7% περίπου πέρυσι. Παρά την επιβράδυνση, ο ρυθμός θεωρείται από την αμερικανική τράπεζα ικανοποιητικός, δεδομένου του μεγέθους των γεωπολιτικών και οικονομικών κραδασμών. Για τις ανεπτυγμένες οικονομίες προβλέπει ανάπτυξη 1,5%, έναντι 1,8% το 2025, ενώ για τις αναδυόμενες οικονομίες τοποθετεί τον ρυθμό στο 4%, από 4,3% πέρυσι.
Πετρέλαιο και πληθωρισμός στο επίκεντρο
Σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας παραμένει η πορεία των τιμών του πετρελαίου. Η Citi σημειώνει ότι το Brent κινείται τις τελευταίες εβδομάδες γύρω ή κάτω από τα 90 δολάρια το βαρέλι, εξέλιξη που αντανακλά ενδείξεις ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να αναζητά έναν δρόμο εξόδου από τη σύγκρουση.
Ωστόσο, οι μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις δεν έχουν αποδώσει και ο κίνδυνος νέας ανόδου των τιμών του πετρελαίου παραμένει σημαντικός. Εάν η σύγκρουση κλιμακωθεί και το Brent ξεπεράσει τα 100 δολάρια, θα δημιουργηθούν σημαντικές πιέσεις στην ανάπτυξη και ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό. Αντίθετα, μια σταθερή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να οδηγήσει το πετρέλαιο στα 80 δολάρια ή και χαμηλότερα, εξέλιξη που θα επέτρεπε στην παγκόσμια ανάπτυξη να επιταχυνθεί και τον πληθωρισμό να υποχωρήσει.
Η Citi έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα πάνω τις προβλέψεις της για τον πληθωρισμό μετά την έναρξη της σύγκρουσης. Εκτιμά πλέον ότι ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,4% το 2026, από 2,8% το 2025 και περίπου 75 μονάδες βάσης υψηλότερα από την πρόβλεψη που είχε κάνει πριν από τη σύγκρουση. Ιδιαίτερα έντονες είναι οι επιπτώσεις για χώρες που εισάγουν πετρέλαιο, όπως οι Φιλιππίνες, η Ταϊλάνδη και η Ιταλία.

Η AI στηρίζει τη βιομηχανία
Παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις, τα πρόσφατα οικονομικά στοιχεία ενισχύουν την εκτίμηση της Citi για την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Ο παγκόσμιος δείκτης PMI στις υπηρεσίες έχει ανακάμψει μετά την υποχώρηση που σημειώθηκε στην έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν και παραμένει άνετα πάνω από το όριο των 50 μονάδων, το οποίο διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση.
Αντίστοιχα, ο μεταποιητικός PMI εξακολουθεί να κινείται σε ισχυρά επίπεδα, με σημαντική στήριξη από την εκρηκτική αύξηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο δείκτης PMI ηλεκτρονικών έχει ενισχυθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, με οικονομίες όπως η Ταϊβάν, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και οι ΗΠΑ να καταγράφουν ιδιαίτερα ισχυρές επιδόσεις.
Η Citi θεωρεί ότι η ταχεία αύξηση των επενδύσεων στην AI, κυρίως στις ΗΠΑ, και οι αντίστοιχες εξαγωγές προϊόντων που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη από ορισμένες ασιατικές αναδυόμενες οικονομίες αποτελούν πλέον σημαντικό μοχλό της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Την ίδια ώρα, ο δείκτης οικονομικών εκπλήξεων της Citi, ο οποίος συγκρίνει την πορεία των οικονομικών στοιχείων με τις προσδοκίες της αγοράς, έχει ανακάμψει μέσα στο καλοκαίρι. Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στην Ευρωζώνη, όπου έχουν βελτιωθεί τόσο οι λεγόμενοι «soft» δείκτες, όπως οι PMI και ο γερμανικός ZEW, όσο και τα πιο «σκληρά» στοιχεία, μεταξύ των οποίων οι γερμανικές βιομηχανικές παραγγελίες και η ανάπτυξη του ΑΕΠ.
Αντίθετα, τα στοιχεία των ΗΠΑ έχουν παρουσιάσει πρόσφατα κάμψη, με τη Citi να επικαλείται μεταξύ άλλων τις ασθενέστερες του αναμενομένου εκθέσεις για την απασχόληση και τις λιανικές πωλήσεις του Ιουλίου. Η εικόνα της Κίνας παραμένει επίσης αδύναμη, καθώς η οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται στις εξαγωγές, ενώ η εγχώρια ιδιωτική οικονομία εμφανίζει αδυναμία.
Στροφή των κεντρικών τραπεζών σε πιο αυστηρή πολιτική
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους έχει οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες σε πιο αυστηρή κατεύθυνση. Η Citi έχει αναθεωρήσει προς τα πάνω τις προβλέψεις της για τα επιτόκια φέτος σε 17 από τις 27 μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Οι μεγαλύτερες αναθεωρήσεις αφορούν τη Βραζιλία, την Ινδονησία, τη Βρετανία και τη Νότια Αφρική.
Στην Ιαπωνία, η Citi αναμένει πλέον αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο και ακόμη τρεις αυξήσεις μέσα στο 2027, με το βασικό επιτόκιο να φτάνει το 2%. Ωστόσο, εκτιμά ότι οι πιέσεις των αγορών θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Τράπεζα της Ιαπωνίας σε ακόμη ταχύτερη ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής.
Στις ΗΠΑ, η πορεία της Fed υπό τον Κέβιν Γουόρς παραμένει, σύμφωνα με τη Citi, ένα σημαντικό ερωτηματικό. Ο πρόεδρος της Fed έχει επαναλάβει τη δέσμευσή του για επιστροφή του πληθωρισμού στο 2%, χωρίς όμως να έχει δώσει σαφή εικόνα για τη στρατηγική που θα ακολουθήσει. Η Citi θεωρεί ότι η ομιλία του στο Jackson Hole αποτελεί ευκαιρία για να αποσαφηνίσει τη στάση του, εξηγώντας πώς αντιλαμβάνεται την οικονομία, τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και τη στρατηγική για τον πληθωρισμό.
Για την Ευρώπη, η Citi θεωρεί ότι οι προκλήσεις για τη νομισματική πολιτική είναι λιγότερο έντονες σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Προβλέπει ότι η Bank of England θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια φέτος και θα προχωρήσει σε μειώσεις το 2027, ενώ για την ΕΚΤ αναμένει μία αύξηση τον Σεπτέμβριο, λόγω των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, και στη συνέχεια διατήρηση των επιτοκίων στα ίδια επίπεδα έως το τέλος του επόμενου έτους.

Οι μεγάλες αποκλίσεις στην ανάπτυξη μετά την πανδημία
Η μακροπρόθεσμη εικόνα που παρουσιάζει η Citi αναδεικνύει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των μεγάλων οικονομιών. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι ΗΠΑ έχουν καταγράψει σαφώς την καλύτερη επίδοση, ενώ Γερμανία και Βρετανία βρίσκονται στην αντίθετη πλευρά.
Οι ΗΠΑ, η Αυστραλία και ο Καναδάς αποτελούν την ομάδα των ισχυρότερων αναπτυγμένων οικονομιών, με σωρευτική αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 11%-16% από το τέταρτο τρίμηνο του 2019. Στη μεσαία κατηγορία βρίσκονται η Ευρωζώνη, η Βρετανία και η Ιαπωνία, ενώ η Γερμανία έχει καταγράψει ιδιαίτερα ασθενή επίδοση, με σωρευτική αύξηση μόλις 1,75%.
Σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η υπεροχή των ΗΠΑ γίνεται ακόμη πιο εμφανής, με αύξηση 13% από την έναρξη της πανδημίας, ενώ η γερμανική οικονομία έχει ουσιαστικά παραμείνει στάσιμη. Η Citi αποδίδει την αδυναμία της Γερμανίας στον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα, τις ελλείψεις στις υποδομές και τις δυσκολίες της χώρας να ανταγωνιστεί σε αναδυόμενους κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
Αντίθετα, η Ιαπωνία εμφανίζει καλύτερη εικόνα όταν εξετάζεται το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Από το 2010 έχει καταγράψει αύξηση σχεδόν 20%, ενώ το συνολικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί λίγο περισσότερο από 16%, γεγονός που αντανακλά και τις έντονες δημογραφικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η χώρα.
































