Σοβαρές ελλείψεις και εκτεταμένα προβλήματα στο σύστημα ελέγχου για τις ενισχύσεις αγροτών και κτηνοτρόφων και τις πιστοποιήσεις για τη βιολογική παραγωγή καταγράφει αποκαλυπτική έκθεση της Κομισιόν, η οποία προειδοποιεί τη χώρα ότι εξετάζει την επιβολή προστίμων/αποκλεισμών εξαιτίας της μη συμμόρφωση των ελληνικών αρχών με το ενωσιακό δίκαιο.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την 40σελιδη έκθεση (την οποία έχει στη διάθεσή του ο ΟΤ), που συντάχθηκε μετά από ελέγχους που διενεργήθηκαν τον Ιούλιο του 2026 και κοινοποιήθηκε στη χώρα μας στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG AGRI) θέτει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα της διαχείρισης των κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ).
Η Κομισιόν καλεί τις ελληνικές αρχές να υποβάλουν αναλυτικό πλάνο διορθωτικών μέτρων εντός δύο μηνών, ενώ έχει ήδη προγραμματιστεί διμερής σύσκεψη για τις 18 Μαρτίου 2027
Βασική διαπίστωση της DG AGRI είναι ότι το σύστημα δεν παρέχει επαρκείς διασφαλίσεις πως οι πληρωμές για τη βιολογική παραγωγή κατευθύνονται αποκλειστικά σε επιλέξιμους δικαιούχους. Το έγγραφο εντάσσεται σε διαδικασία συμμόρφωσης και περιλαμβάνει αιτήματα εξηγήσεων και διορθωτικών ενεργειών.

Η Κομισιόν καλεί τις ελληνικές αρχές να υποβάλουν αναλυτικό πλάνο διορθωτικών μέτρων εντός δύο μηνών, ενώ έχει ήδη προγραμματιστεί διμερής σύσκεψη για τις 18 Μαρτίου 2027. Εάν η Ελλάδα δεν καταφέρει να ποσοτικοποιήσει τη ζημία και να αποδείξει την αποκατάσταση των ελεγκτικών μηχανισμών, η επιβολή βαριών δημοσιονομικών διορθώσεων θεωρείται βέβαιη, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τις μελλοντικές ροές των κοινοτικών ενισχύσεων.

Ο Οργανισμός Πιστοποίησης
Η πρώτη μεγάλη εστία ανησυχίας των ευρωπαϊκών ελεγκτικών αρχών εστιάζεται στη λειτουργία του Οργανισμού Πιστοποίησης. Σύμφωνα με τα ευρήματα της ΓΔ AGRI, για το έτος υποβολής αιτήσεων 2025 (οικονομικό έτος 2026), ο Οργανισμός Πιστοποίησης περιορίστηκε αποκλειστικά στον σχεδιασμό των δραστηριοτήτων του και στην εκτίμηση κινδύνου, χωρίς να διενεργήσει ουσιαστικές και λεπτομερείς ελεγκτικές εργασίες στο πεδίο των παρεμβάσεων του ΟΣΔΕ.
Η δικαιολογία που προέβαλε ο Οργανισμός Πιστοποίησης –ότι ανέμενε την ολοκλήρωση των πληρωμών από τον Οργανισμό Πληρωμών έως στα τέλη Ιουνίου 2026 για να καθορίσει το αντικείμενο του ελέγχου– απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τις Βρυξέλλες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι έλεγχοι συστημάτων (Στόχος 2) δεν απαιτούν στατιστικά δείγματα βάσει τελικών δαπανών και μπορούν να ξεκινήσουν αμέσως μετά το κλείσιμο της υποβολής των αιτήσεων.
«Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι ο οργανισμός πιστοποίησης δεν έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα του οργανισμού πληρωμών ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει τις ελεγκτικές εργασίες του. Επιπλέον, οι πληροφορίες από τον οργανισμό πληρωμών παρέχονται συχνά με σημαντική καθυστέρηση, γεγονός που παρεμποδίζει τις εργασίες του οργανισμού πιστοποίησης», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, με την DG AGRI να συνιστά «η αρμόδια αρχή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο οργανισμός πιστοποίησης διαθέτει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες εγκαίρως για την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2116.
Για το 2025, από το σύνολο των περίπου 101.675 επιχειρήσεων βιολογικής παραγωγής οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες εντόπισαν 317 επιχειρήσεις που δεν φαίνεται να είχαν υποβληθεί στην υποχρεωτική ετήσια εξακρίβωση συμμόρφωσης
Πιστοποιήσεις στα χαρτιά για τα βιολογικά
Στο σκέλος της βιολογικής παραγωγής, τα ευρήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το σύστημα ελέγχου κρίνονται ιδιαίτερα σοβαρά.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση η «DG AGRI πραγματοποίησε αποστολή ελέγχου σχετικά με το σύστημα ελέγχου της βιολογικής παραγωγής µε έμφαση στην πιστοποίηση της βιολογικής γεωργίας στην Ελλάδα, προκειμένου να εξακριβώσει αν το σύστημα που εφαρμόζεται στην Ελλάδα για την πιστοποίηση των βιοκαλλιεργητών που ζητούν στήριξη οπό την ἘΕ στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την ΚΓΠ σύµφωνα µε το άρθρο 31 και το άρθρο 70 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2115 διασφαλίζει τη συμμόρφωση µε τη νοµοθεσία της ΕΕ για τα Βιολογικά προϊόντα».
Μάλιστα, όπως επισημαίνεται, ενώ η κατοχή έγκυρου πιστοποιητικού βιολογικής παραγωγής αποτελεί απαράβατη προϋπόθεση για την είσπραξη ενισχύσεων στο πλαίσιο της ΚΑΠ, οι έλεγχοι της Επιτροπής αποκάλυψαν εκτεταμένη αποδιοργάνωση.
Το κενό με τις επιθεωρήσεις για τις ενισχύσεις
Σύμφωνα με την έκθεση, στην Ελλάδα λειτουργούν 16 διαπιστευμένοι φορείς πιστοποίησης και ελέγχου βιολογικών προϊόντων. Αρμόδια αρχή είναι το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ενώ την εποπτεία των φορέων έχει αναλάβει ο ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ. Οι αδυναμίες που εντοπίζονται αφορούν διαφορετικά επίπεδα αυτής της αλυσίδας, από την επιθεώρηση της εκμετάλλευσης μέχρι την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των πιστοποιητικών οργανισμών.
Χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα για τους ετήσιους ελέγχους. Για το 2025, από το σύνολο των περίπου 101.675 επιχειρήσεων βιολογικής παραγωγής οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες εντόπισαν 317 επιχειρήσεις που δεν φαίνεται να είχαν υποβληθεί στην υποχρεωτική ετήσια εξακρίβωση συμμόρφωσης. Για 16 προσκομίστηκαν στοιχεία αποκλεισμού τους από το σύστημα, αλλά η κατάσταση των υπόλοιπων 301 παρέμενε ασαφής. Αντίστοιχα ζητήματα καταγράφονται για το 2024, με ενδεικτική αναφορά σε 935 επιχειρήσεις ενός φορέα πιστοποίησης.
Παράλληλα, η DG AGRI αμφισβητεί επιθεωρήσεις που φαίνεται να έχουν πραγματοποιηθεί σε εκμεταλλεύσεις. Δύο επιθεωρητές εμφανίζονται να έχουν πραγματοποιήσει περισσότερους από 1.000 ελέγχους ο καθένας μέσα στο 2025. Σε άλλες περιπτώσεις καταγράφονται πέντε έως οκτώ επιθεωρήσεις ημερησίως. Με μέση διάρκεια τριών ωρών ανά επιθεώρηση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, αυτό αντιστοιχεί σε 15 έως 24 ώρες εργασίας την ημέρα, χωρίς να υπολογίζονται οι μετακινήσεις.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση «ενώ επισήμως (θεωρητικά) εφαρμόζεται σύστημα ελέγχου, οι διαπιστώσεις καταδεικνύουν ότι το σύστημα δεν διασφαλίζει με συνέπεια ότι όλες οι επιχειρήσεις ελέγχονται τουλάχιστον ετησίως και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έλεγχοι ενδέχεται να μη διενεργούνται στην πράξη από ορισμένους επιθεωρητές. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που είναι επίσης γεωργοί και δικαιούχοι της στήριξης για τη βιολογική παραγωγή στο πλαίσιο της ΚΓΠ δυνάμει του άρθρου 31 και του άρθρου 70 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2115 δεν ελέγχονται τουλάχιστον ετησίως και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έλεγχοι ενδέχεται να μη διενεργούνται στην πράξη από ορισμένους επιθεωρητές. Ως εκ τούτου, οι γεωργοί δεν έχουν λάβει πιστοποίηση όπως απαιτείται, τις τεκμηριωμένες διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1)».
Ακόμη και σε περιπτώσεις αναστολής αδειών Φορέων (όπως ο GR-BIO-06), ο φορέας συνέχιζε να εκδίδει εκατοντάδες πιστοποιητικά κατά την περίοδο αναστολής μέσω του συστήματος TRACES, χωρίς η αρμόδια αρχή να παρεμβαίνει αποτελεσματικά
Οι αποκλίσεις
Ο εποπτικός φορέας (ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ) και το ΥΠΑΑΤ βρέθηκαν χωρίς εγκεκριμένες, τεκμηριωμένες διαδικασίες επαλήθευσης ελέγχου. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν ελέγχονταν ουσιαστικά οι διορθωτικές ενέργειες των Φορέων Πιστοποίησης. Ακόμη και σε περιπτώσεις αναστολής αδειών Φορέων (όπως ο GR-BIO-06), ο φορέας συνέχιζε να εκδίδει εκατοντάδες πιστοποιητικά κατά την περίοδο αναστολής μέσω του συστήματος TRACES, χωρίς η αρμόδια αρχή να παρεμβαίνει αποτελεσματικά. Από τα στοιχεία της ευρωπαϊκής βάσης TRACES προέκυψαν 388 πιστοποιητικά με ισχύ μέσα στην περίοδο αναστολής και 146 που εκδόθηκαν κατά την ίδια περίοδο, αλλά με έναρξη ισχύος πριν από αυτήν.
Σοβαρές αποκλίσεις παρουσιάζονται και στην αποτύπωση του κλάδου. Για το τέλος του 2025, έγγραφο του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ ανέφερε 86.485 επιχειρήσεις με πιστοποιητικό, ενώ ο υπολογισμός της DG AGRI, βάσει καταλόγου των ελληνικών αρχών, έδινε 100.306, εξαιρουμένων όσων είχαν αποχωρήσει ή τεθεί σε αναστολή. Για το 2024 εμφανίζονται αντίστοιχα αριθμοί 81.205 και 122.232 επιχειρήσεων σε διαφορετικά έγγραφα. Η απουσία λειτουργικής, ολοκληρωμένης βάσης δεδομένων δυσχεραίνει τη διασταύρωση και την επαλήθευση αυτών των πληροφοριών.
Η εποπτεία εμφανίζει επίσης σημαντικά κενά. Το 2024 πραγματοποιήθηκαν 116 από τους 150 ελέγχους επαλήθευσης και παρατήρησης που προβλέπονταν στην ανάλυση κινδύνου, περίπου το 77%. Το 2025 η κάλυψη περιορίστηκε στο 35%, με 62 ελέγχους έναντι 175 προβλεπόμενων. Επιπλέον, δύο από τους 16 φορείς δεν είχαν ελεγχθεί στην έδρα τους το 2024.
Η έκθεση περιλαμβάνει και συγκεκριμένο παράδειγμα πρόωρης πιστοποίησης ελαιοκαλλιέργειας. Σε μία από τις 12 περιπτώσεις που εξετάστηκαν, είχε χορηγηθεί πιστοποίηση βιολογικής παραγωγής πριν συμπληρωθεί η τριετής περίοδος μετατροπής. Ο οργανισμός πληρωμών εντόπισε το πρόβλημα και δεν κατέβαλε την ενίσχυση διατήρησης για το 2025. Ωστόσο, η DG AGRI θεωρεί ότι η περίπτωση αποκαλύπτει αδυναμία της πιστοποίησης, η οποία ενδέχεται να μην εντοπίζεται πάντοτε πριν από την πληρωμή.

Οι βοσκότοποι
Ένα από τα πιο ακανθώδη σημεία της έκθεσης αφορά τις εκτάσεις των κοινόχρηστων βοσκοτόπων. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται οι ελληνικές αρχές θεωρούσαν «εκτός ελέγχου και εκ κατασκευής» όλους τους κοινόχρηστους βοσκοτόπους ως βιολογικούς, χωρίς να ελέγχουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις (όπως η μη χρήση μη εγκεκριμένων ουσιών για 3 έτη ή ο διαχωρισμός από ζώα μη βιολογικής εκτροφής).
Ξεχωριστό ζήτημα αποτελούν οι κοινόχρηστοι βοσκότοποι. Κατά την έκθεση, οι ελληνικές αρχές τούς αντιμετωπίζουν ως εκ προοιμίου συμβατούς με τους κανόνες της βιολογικής παραγωγής, χωρίς να διασφαλίζουν τον έλεγχο όλων των προϋποθέσεων. Σε εξεταζόμενη περίπτωση, η ενίσχυση υπολογίστηκε βάσει της κατανεμημένης έκτασης, παρότι οι έλεγχοι είχαν επικεντρωθεί στα ζώα και όχι στη γη. Η πιστοποίηση της εκτροφής, υπογραμμίζεται, δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση ελέγχου των χρησιμοποιούμενων εκτάσεων.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση σε ότι αφορά τους βοσκότοπους, «στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης για το ΟΣΔΕ, οἱ ελληνικός αρχές δεσμεύτηκαν να επιλύσουν τα ζητήματα που οφείλονται στην έλλειψη ελέγχου της υποχρεωτικής γεωργικής δραστηριότητας κατά το έτος υποβολής αιτήσεων 2025 µε τους εξής τρόπους:
1) περιορίζοντας την κατανομή των βοσκοτόπων στη γειτονική περιφέρεια
2) θεσπίζοντας νέα μεθοδολογία για την επαλήθευση της άσκησης της γεωργικής δραστηριότητας βάσει επιτόπιων ελέγχων και της διαχρονικής χρήσης δορυφορικών εικόνων υψηλής ανάλυσης.
«Κατά την ερμηνεία της ΓΔ AGRI, από τα άρθρο 6 παράγραφος 7 της υπουργικής απόφασης προκύπτει ότι η κατανομή των κοινόχρηστων βοσκοτόπων περιορίζεται στην οικεία περιφερειακή ενότητα, µε εξαίρεση τα μικρά νησιά. Προβλέπεται επίσης εξαίρεση για την Κρήτη, όπου η κατανομή δεν περιορίζεται στην οικεία περιφερειακή ενότητα αλλά, σύμφωνα µε την υπουργική απόφαση, εφαρμόζεται στο σύνολο της νήσου Κρήτης».
Ωστόσο «με βάση τις πληροφορίες που παρείχαν οι ελληνικές αρχές, οι οποίες στη συνέχεια τεκμηριώθηκαν κατά τη διάρκεια του έλεγχου, επιβεβαιώθηκε ότι οι ελληνικές αρχές δεν τηρούν τη δική τους υπουργική απόφαση κατά το έτος υποβολής αιτήσεων 2025, δεδομένου ότι οι βοσκότοποι κατανέμονται εκ νέου σε δικαιούχους εκτός της περιφερειακής ενότητας και, στην περίπτωση της Κρήτης, εκτός της νήσου. Ως εκ τούτο παραμένει αμφίβολο αν οι δικαιούχοι άσκησαν την υποχρεωτική γεωργική δραστηριότητα στα εν λόγω αγροτεμάχια».
Τι απαντά η Κομισιόν
«Τους τελευταίους μήνες, η ελληνική κυβέρνηση έχει λάβει αποφασιστικά μέτρα για τη βελτίωση της διαχείρισης των κονδυλίων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και αντιμετωπίζει το ζήτημα με ιδιαίτερη σοβαρότητα», απαντά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, σύμφωνα με άτυπη ενημέρωση από το ΥπΑΑΤ.
Συνεχίζει ότι «οι ελληνικές αρχές ενημερώνουν σε τακτική βάση την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόοδο που καταγράφεται στην εφαρμογή του Σχεδίου Δράσης. Από την πλευρά της, η Επιτροπή αξιολογεί την πρόοδο και διατυπώνει συστάσεις για τις περαιτέρω ενέργειες που απαιτούνται.
Έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει δουλειά που πρέπει να γίνει.
Σε ό,τι αφορά την επιστολή στην οποία ενδεχομένως αναφέρεστε, αυτή δεν συνιστά την τελική θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πρόκειται για ένα προκαταρκτικό, διοικητικό και τεχνικό βήμα και δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται διαφορετικά.Αποτελεί μέρος της συνήθους διαδικασίας ελέγχου που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά προβλήματα του παρελθόντος, για την αντιμετώπιση των οποίων εργαζόμαστε από κοινού.
Η συνεργασία μεταξύ των ελληνικών αρχών και των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι πολύ εποικοδομητική».











































