Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης δεν είναι ένας δημοσιονομικός γκρεμός. Είναι όμως ένα τεστ ωριμότητας για την ελληνική οικονομία. Τα τελευταία χρόνια η χώρα είχε στη διάθεσή της κάτι εξαιρετικά σπάνιο: έναν μεγάλο όγκο ευρωπαϊκών πόρων, σε συνδυασμό με πολιτική σταθερότητα, βελτίωση της πιστοληπτικής της εικόνας και ισχυρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν αυτή η ώθηση υπήρξε σημαντική. Είναι αν μπορεί να μετατραπεί σε έναν μηχανισμό ανάπτυξης που θα λειτουργεί και όταν οι έκτακτοι πόροι θα έχουν τελειώσει. Η αφετηρία είναι σαφώς καλύτερη από ό,τι στο παρελθόν. Την περίοδο 2023-2025 η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,1%, υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το 2025 η Γενική Κυβέρνηση κατέγραψε συνολικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί πόροι λειτούργησαν ως ισχυρός καταλύτης για τις επενδύσεις: ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ αυξήθηκε από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025, ενώ οι πόροι του Ταμείου εκτιμάται ότι έχουν αυξήσει το επίπεδο του ΑΕΠ σχεδόν κατά 4,5% σε σχέση με ένα σενάριο χωρίς αυτούς.
Αυτή όμως είναι μόνο η μισή εικόνα. Το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης δεν έχει κλείσει, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει περίπου στο 54,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και μεγάλο μέρος της οικονομίας εξακολουθεί να στηρίζεται σε μικρές επιχειρήσεις και κλάδους χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον, περίπου οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις αναφέρουν δυσκολίες στην εξεύρεση προσωπικού με τις κατάλληλες δεξιότητες. Η πρόκληση της επόμενης ημέρας, επομένως, δεν είναι απλώς να διατηρηθεί η επενδυτική δαπάνη σε υψηλά επίπεδα. Είναι να βελτιωθεί η ποιότητα και η παραγωγικότητά της. Η σύνδεση επενδύσεων και παραγωγικότητας είναι καθοριστική. Οι επενδύσεις δεν αυξάνουν μόνο βραχυπρόθεσμα τη ζήτηση. Διευρύνουν το παραγωγικό δυναμικό μέσω της συσσώρευσης κεφαλαίου, της ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών και της οργανωτικής αναβάθμισης των επιχειρήσεων. Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ύψος του ποσοστού επενδύσεων.
Σημασία έχει πού κατευθύνεται το κεφάλαιο: σε υποδομές, ψηφιοποίηση, έρευνα, δεξιότητες και δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας που μπορούν να δημιουργήσουν διαρκείς συμπληρωματικότητες με το ανθρώπινο κεφάλαιο και την καινοτομία. Ταυτόχρονα, η επόμενη φάση απαιτεί σταδιακή μετάβαση από την εξάρτηση από δημόσια και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση σε μεγαλύτερη κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων. Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης δεν είναι ρεαλιστικό να θεωρούμε ότι θα υπάρχει μόνιμα ένα ευρωπαϊκό εργαλείο αντίστοιχης κλίμακας. Η προσέλκυση μεγάλων ιδιωτικών επενδυτικών σχεδίων αποκτά, συνεπώς, κεντρική σημασία. Η δημοσιονομική σταθερότητα, η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, η αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και ένα πιο προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες, περιορίζοντας την αβεβαιότητα και το κόστος χρηματοδότησης. Η ανάπτυξη πρέπει επίσης να γίνει περισσότερο εξωστρεφής.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έφθασε το 5,7% του ΑΕΠ το 2025, υπενθυμίζοντας ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές και εξωτερική χρηματοδότηση. Αυτό είναι σε έναν βαθμό αναμενόμενο σε περίοδο έντονης επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς οι νέες επενδύσεις αυξάνουν τις εισαγωγές εξοπλισμού και ενδιάμεσων αγαθών. Μακροπρόθεσμα, όμως, το μοντέλο είναι βιώσιμο μόνο αν οι επενδύσεις αυξήσουν την εξαγωγική ικανότητα και αν μέρος του πρόσθετου εισοδήματος μετατραπεί σε αποταμίευση αντί να διοχετευθεί εξ ολοκλήρου σε κατανάλωση και νέες εισαγωγές. Οι επενδύσεις, με άλλα λόγια, πρέπει να ενισχύσουν όχι μόνο το ΑΕΠ αλλά και την ικανότητα της χώρας να παράγει και να εξάγει περισσότερο. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνέχιση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους παραμένει σημαντική. Το χρέος δεν αποτελεί σήμερα την άμεση απειλή που αποτελούσε κατά την κρίση, αλλά εξακολουθεί να περιορίζει τις μελλοντικές επιλογές πολιτικής.
Σε πολύ υψηλά επίπεδα μπορεί να επηρεάζει τα ασφάλιστρα κινδύνου, το κόστος δανεισμού και τον χώρο για παραγωγικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις. Η μείωσή του, επομένως, δεν είναι αντίπαλος της αναπτυξιακής πολιτικής· είναι μέρος της, αρκεί να μην επιτυγχάνεται με περικοπές σε δαπάνες που αυξάνουν το παραγωγικό δυναμικό. Το αβέβαιο διεθνές περιβάλλον ενισχύει αυτή την ανάγκη. Γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακές διαταραχές, εμπορικός κατακερματισμός και μεταβλητότητα στις αγορές μπορούν να μεταβάλουν γρήγορα το κόστος χρηματοδότησης και τις προοπτικές ανάπτυξης. Η δημοσιονομική σύνεση, επομένως, δεν είναι απλώς άσκηση συμμόρφωσης με κανόνες. Είναι μηχανισμός ασφάλισης: δημιουργεί αποθέματα που επιτρέπουν στην πολιτική να αντιδρά σε νέους κλυδωνισμούς με στοχευμένα και προσωρινά μέτρα χωρίς να υπονομεύει τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Η δύσκολη επιλογή αφορά τελικά τη χρήση του νέου δημοσιονομικού χώρου.
Για κάθε επιπλέον ευρώ που δημιουργείται από την ανάπτυξη, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης ή την άνοδο της παραγωγικότητας, η χώρα καλείται να επιλέξει πόσο θα κατευθύνει σε μείωση χρέους, πόσο σε παραγωγικές επενδύσεις και πόσο σε φορολογικές ελαφρύνσεις ή άλλες παρεμβάσεις. Δεν υπάρχει μία μόνιμη φόρμουλα. Υπάρχει όμως ένα χρήσιμο κριτήριο: προτεραιότητα πρέπει να έχουν οι επιλογές που ενισχύουν μόνιμα το παραγωγικό δυναμικό και την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η αξιολόγηση κάθε μέτρου δεν πρέπει να γίνεται μόνο με βάση το άμεσο δημοσιονομικό του κόστος, αλλά και με βάση την επίδρασή του στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα και στην εξαγωγική ικανότητα. Το Ταμείο Ανάκαμψης αγόρασε στην Ελλάδα κάτι περισσότερο από υποδομές και επενδύσεις: αγόρασε χρόνο. Το αν αυτός ο χρόνος αξιοποιήθηκε πλήρως θα φανεί μετά το τέλος του. Η επιτυχία της επόμενης περιόδου δεν θα μετρηθεί από το αν θα συνεχίσουμε απλώς να επενδύουμε πολλά, αλλά από το αν θα επενδύουμε πιο παραγωγικά, πιο ιδιωτικά και πιο εξωστρεφώς. Το πραγματικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι να αντικαταστήσουμε το Ταμείο Ανάκαμψης με ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης. Είναι να δημιουργήσουμε μια οικονομία που να το χρειάζεται λιγότερο.
Ο Γιάννης Τσουκαλάς είναι επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και καθηγητής Οικονομικών στο Adam Smith Business School Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟ ΒΗΜΑ













![Τεχνητή νοημοσύνη: Προσπάθειες ρύθμισης σε μια τεχνολογία που εξελίσσεται διαρκώς [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-04-11T220810Z_1248915980_RC21P1AV5GKT_RTRMADP_5_TECH-AI-THINKINGMACHINES.jpg)






















