Σε μια εποχή που Αμερικανοί και Ευρωπαίοι παλεύουν με τον αυξανόμενο πληθωρισμό, η Ιαπωνία δείχνει πώς μπορούν να διατηρηθούν οι τιμές καταναλωτή ουσιαστικά σταθερές.

Μετά από δεκαετίες πολύ χαμηλού πληθωρισμού, οι Ιάπωνες αγοραστές αντιστέκονται στο να πληρώσουν υψηλότερες τιμές και οι επιχειρήσεις σπάνια προσπαθούν να τις αυξήσουν. Οι εταιρείες συσσωρεύουν μετρητά και δεσμεύουν επενδύσεις και διατηρούν την αγορά εργασίας άκαμπτη, ώστε οι εργαζόμενοι να μην μπορούν εύκολα να μετακινηθούν σε αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις και να λάβουν μισθολογικές αυξήσεις.

Δεν είναι μια συνταγή που πολλές χώρες θα ήθελαν να ακολουθήσουν. Αυτές οι καθημερινές χαμηλές τιμές είναι μέρος ενός φαινομένου που οι οικονομολόγοι αποκαλούν ιαπωνοποίηση -χαμηλός πληθωρισμός, χαμηλά επιτόκια και αργή οικονομική ανάπτυξη- το οποίο οι πολιτικοί ιθύνοντες προσπαθούν, εδώ και χρόνια, να αποφύγουν.

«Το σταθερό στυλ διαχείρισης της Ιαπωνίας και η στάση της να μην αλλάζει τις τιμές έχει μια θετική πλευρά σε περιπτώσεις βραχυπρόθεσμων κραδασμών», δήλωσε ο Τακαχίντε Κιούτσι, πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας της Ιαπωνίας που βρίσκεται τώρα στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Nomura. «Από την άλλη πλευρά, αυτό θα μπορούσε, μακροπρόθεσμα, να αποτρέψει μια οικονομική ανάκαμψη και ευνοϊκές αλλαγές στη βιομηχανική δομή».

Συνολικά, οι τιμές καταναλωτή στην Ιαπωνία έκλεισαν τον Οκτώβριο μόλις κατά 0,1% επάνω σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και στην πραγματικότητα μειώθηκαν κατά 0,7% όταν εξαιρέθηκαν οι ασταθείς τιμές των φρέσκων τροφίμων και της ενέργειας. Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, ο ετήσιος πληθωρισμός έφτασε στο 4,1% στην ευρωζώνη και στο 6,2% στις ΗΠΑ, υψηλό 31 ετών.

Πολλές από τις πληθωριστικές δυνάμεις που πλήττουν άλλες χώρες, όπως οι υψηλότερες τιμές για το πετρέλαιο, τα εμπορεύματα και τα μικροτσίπ, ισχύουν και για την Ιαπωνία. Η διαφορά είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν οι εταιρείες και οι καταναλωτές.

Ενώ πολλές μεγάλες αμερικανικές εταιρείες ενισχύουν τις τιμές και τα κέρδη, η ιαπωνική αλυσίδα σουπερμάρκετ Aeon Co. έχει υποσχεθεί να διατηρήσει αμετάβλητες τις τιμές ορισμένων από τα προϊόντα διατροφής ιδιωτικής ετικέτας, όπως αλεύρι, μαγιονέζα και μακαρόνια, μέχρι το τέλος του έτους.

«Οι καταναλωτές γίνονται πιο αμυντικοί όσον αφορά την προστασία της ζωής τους και δεν θέλουν να ξοδεύουν πάρα πολλά χρήματα σε καθημερινά βασικά είδη», δήλωσε εκπρόσωπος της Aeon.

Η Ryohin Keikaku Co., που διαχειρίζεται την Muji, εταιρεία λιανικής πώλησης ειδών οικιακής χρήσης και ένδυσης, μείωσε τις τιμές σε περίπου 190 είδη μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου. Ένα από αυτά τα είδη ήταν ένα πουπουλένιο μαξιλάρι $ 6 για το κόσμο που μένει στο σπίτι εν μέσω πανδημίας. Αυτό είναι 42% έκπτωση από την προηγούμενη τιμή. Μια εκπρόσωπος είπε ότι η κατηγορία «υφάσματα», όπου μειώθηκαν πολλές τιμές, είδε τις πωλήσεις να αυξάνονται τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο.

Η γήρανση και η συρρίκνωση του πληθυσμού της Ιαπωνίας πιθανότατα συμβάλλει στο χρόνιο έλλειμμα της καταναλωτικής ζήτησης ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να παραμένουν προσεκτικοί, σύμφωνα με οικονομολόγους.

«Υπάρχει πολύ περιορισμένος κίνδυνος η Ιαπωνία να βιώσει ραγδαίους ρυθμούς πληθωρισμού όπως αυτούς που έχουν προκαλέσει ανησυχία στις οικονομίες του εξωτερικού», δήλωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ιαπωνίας Χαρουχίκο Κουρόντα στα τέλη Οκτωβρίου».

Το πρόβλημα είναι η αργή αύξηση παραγωγής και μισθών που προκύπτει. Ο κ. Κιούτσι του Ερευνητικού Ινστιτούτου Nomura είπε ότι οι υψηλότερες τιμές είναι ένα μήνυμα για να ενημερώσουν τις εταιρείες πού βρίσκεται η μεγαλύτερη ζήτηση και πού πρέπει να επενδύσουν. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό βοηθά τους εργαζόμενους να εισέλθουν σε ανερχόμενους τομείς όπου μπορούν να είναι πιο παραγωγικοί και να κερδίζουν υψηλότερες αμοιβές. Στην Ιαπωνία, είπε, αυτός ο μηχανισμός δεν λειτουργεί.

Από το τρίτο τρίμηνο, η οικονομία της Ιαπωνίας ήταν 4,1% μικρότερη από την προ πανδημίας κορύφωσή της μετά την προσαρμογή για τον πληθωρισμό, ενώ η οικονομία των ΗΠΑ ήταν 1,4% μεγαλύτερη.

«Οι ΗΠΑ έχουν μια επιχειρηματική κουλτούρα στην οποία οι εταιρείες μπορούν να μεταφέρουν υψηλότερο κόστος πρώτων υλών και πόρων στις τιμές πώλησης και οι μισθοί αυξάνονται αν και υπάρχει χάσμα» μεταξύ πλουσίων και φτωχών, δήλωσε η οικονομολόγος της Daiwa Securities, Μάρι Ιουασίτα. «Στην Ιαπωνία, οι μισθοί δεν αυξάνονται ακόμα κι αν οι εταιρείες υποφέρουν από έλλειψη εργατικού δυναμικού».

Αν και η δεξαμενή εργαζομένων μερικής απασχόλησης και εργαζομένων ευέλικτης εργασίας έχει αυξηθεί στην Ιαπωνία τα τελευταία χρόνια, οι μεγαλύτερες εταιρείες εξακολουθούν να έχουν σχετικά άκαμπτες πρακτικές προσλήψεων, σπάνια φέρνοντας ταλαντούχους υπαλλήλους που βρίσκονται στη μέση της σταδιοδρομίας τους, ενώ εξασφαλίζουν στους υπαλλήλους διά βίου εργασία μέχρι τη συνταξιοδότηση.

Αυτές οι πρακτικές βοήθησαν να διατηρηθεί το ποσοστό ανεργίας στην Ιαπωνία περίπου στο 3% ή χαμηλότερο καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, σε σύγκριση με το 2020 που στις ΗΠΑ είχε κορυφωθεί  σχεδόν στο 15%. Η άλλη πλευρά είναι ότι οι Ιάπωνες δεν πηδούν τώρα στο είδος των καλύτερα αμειβόμενων θέσεις εργασίας, όπως αυτές που εμφανίζονται στις ΗΠΑ και το εισόδημα των εργαζομένων είναι σχεδόν σταθερό.

Ακόμη και η Τράπεζα της Ιαπωνίας, η κεντρική τράπεζα που προσπαθεί εδώ και χρόνια να οδηγήσει τον πληθωρισμό της χώρας υψηλότερα, δεν αύξησε τους βασικούς μισθούς για τους υπαλλήλους της αυτό το οικονομικό έτος για πρώτη φορά μετά από οκτώ χρόνια. Επίσης μείωσε ελαφρώς τα μπόνους.

Η κεντρική τράπεζα ελπίζει ότι οι υψηλότερες τιμές για τις πρώτες ύλες και την ενέργεια θα τροφοδοτήσουν υψηλότερες τιμές καταναλωτή και θα κλονίσουν τη νοοτροπία της Ιαπωνίας για μηδενικό πληθωρισμό.

Έχει αρχίσει να βλέπει κάποια σημάδια ότι συμβαίνει αυτό. Στις αρχές Νοεμβρίου, η Yamazaki Baking Co. δήλωσε ότι θα αυξήσει τις τιμές στη γκάμα ψωμιού της κατά μέσο όρο κατά 7,3% από την 1η Ιανουαρίου, αντανακλώντας το υψηλότερο κόστος αλευριού, ζάχαρης, ενέργειας, και αποστολής. Η Kikkoman Corp., επικαλούμενη υψηλότερες τιμές σόγιας, δήλωσε ότι οι τιμές της σάλτσας σόγιας θα αυξηθούν κατά 4% έως 10% από τον Φεβρουάριο.

Ο κ. Κουρόντα προέβλεψε ότι περισσότερες εταιρείες θα έκαναν το ίδιο όταν αντιμετωπίσουν υψηλότερο κόστος. «Μπορεί να μην είναι σε θέση να μεταβιβάσουν τα κόστη πλήρως στις τιμές καταναλωτή λόγω της εταιρικής κουλτούρας της Ιαπωνίας, αλλά πιστεύω ότι ορισμένα από αυτά θα αντικατοπτρίζονται», είπε.

Μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τον Οικονομικό Ταχυδρόμο

Πρόσφατα Άρθρα
Διαχείριση άγχους – Τι αλλάζει στην εποπτεία των αμερικανικών τραπεζών
Partners |

Διαχείριση άγχους: Τι αλλάζει στην εποπτεία των αμερικανικών τραπεζών

Ο Ρίτσαρντ Κόρντρεϊ , πρώην επικεφαλής του Γραφείου Οικονομικής Προστασίας των Καταναλωτών, είναι υποψήφιος για να ηγηθεί της εποπτείας μεγάλων τραπεζών για την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ