Η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας συνεχίζεται και το 2025, με το πρωτογενές πλεόνασμα να διαμορφώνεται στο 4,9% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ιστορικά και το μεγαλύτερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τη χρονιά. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, η μέση υπεραπόδοση της χώρας έναντι των αναθεωρημένων ετήσιων στόχων της περιόδου 2022-2025 προσεγγίζει το 2% του ΑΕΠ ετησίως, ενισχύοντας τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Η τάση αυτή φαίνεται να διατηρείται και το 2026. Στο πρώτο τετράμηνο του έτους, το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 1,4 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, στοιχείο που προδιαγράφει νέα υπεραπόδοση ακόμη και αν εξαιρεθούν ορισμένες έκτακτες θετικές επιδράσεις.
Τα έσοδα σήκωσαν το βάρος
Η ανάλυση της ΕΤΕ αποδίδει περίπου τα δύο τρίτα της σωρευτικής υπεραπόδοσης στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων. Από το 2022 έως το 2025, τα συνολικά έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές αυξήθηκαν κατά 27,1 δισ. ευρώ, ή 37,8%, και σταθεροποιήθηκαν κοντά στο 40% του ΑΕΠ, επίπεδο που ξεπερνά για πρώτη φορά τον μέσο όρο της ΕΕ.
Εξαιρουμένων των ασφαλιστικών εισφορών, τα φορολογικά έσοδα έφτασαν το 28,4% του ΑΕΠ, σημειώνοντας αύξηση 2,2 ποσοστιαίων μονάδων σε βάθος τετραετίας. Η μεγαλύτερη συμβολή προήλθε από τον ΦΠΑ, ο οποίος αποτέλεσε τον βασικό μοχλό της βελτίωσης των εσόδων.
Ο ρόλος του ΦΠΑ
Οι εισπράξεις από ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 10% το 2025 και κατά μέσο όρο 12% ετησίως την περίοδο 2022-2025. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο έφτασαν το 9,5% το 2025, ιστορικά υψηλό επίπεδο, έναντι μέσου όρου 7,2% στην ΕΕ.
Η ΕΤΕ αποδίδει αυτή την εξέλιξη στην άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης, στην ισχυρή αύξηση των εσόδων από τον εισερχόμενο τουρισμό και στη μετατόπιση της κατανάλωσης προς προϊόντα και υπηρεσίες με υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ. Παράλληλα, η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και η μείωση του «κενού συμμόρφωσης» ΦΠΑ κάτω από το 10% των δυνητικών εσόδων το 2025 ενίσχυσαν περαιτέρω τα έσοδα.
Ενίσχυση σε εισοδήματα και επιχειρήσεις
Ισχυρή ήταν και η εικόνα στα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, τα οποία αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 13,2% την περίοδο 2024-2025 και έφτασαν στο 6,9% του ΑΕΠ το 2025. Η άνοδος αυτή συνδέεται κυρίως με την ενίσχυση των πραγματικών αποδοχών, την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση άλλων πηγών εισοδήματος, όπως ενοίκια, τόκοι και μερίσματα.
Αντίστοιχα, τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρηματικών κερδών σημείωσαν μέση ετήσια αύξηση 24,4% την περίοδο 2022-2025, με άνοδο 4,2 δισ. ευρώ συνολικά. Η ΕΤΕ συνδέει αυτή την επίδοση με την υψηλή κερδοφορία των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, τη δημιουργία νέων εταιρειών και τη συρρίκνωση της άτυπης επιχειρηματικότητας.
Οι δαπάνες περιορίστηκαν
Πέρα από την ενίσχυση των εσόδων, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών. Οι πρωτογενείς δαπάνες υποχώρησαν στο 45,1% του ΑΕΠ την περίοδο 2024-2025, από 56,3% στο υψηλό της πανδημίας το 2020, και βρέθηκαν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στη σταδιακή απόσυρση των έκτακτων μέτρων στήριξης της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, αλλά και στον πιο αυστηρό έλεγχο των βασικών κατηγοριών δαπανών. Έτσι, η βελτίωση του ισοζυγίου δεν προήλθε μόνο από την πλευρά των εσόδων, αλλά και από τη συνετή διαχείριση των δαπανών.
Προοπτικές για το 2026 και μετά
Η Εθνική Τράπεζα εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα μπορεί να φτάσει περίπου στο 4% του ΑΕΠ το 2026, έναντι αναθεωρημένου επίσημου στόχου 3,2%. Για το 2027, η εκτίμηση τοποθετεί το πλεόνασμα στο 3,5%, πάνω από τον στόχο του 2,7% που ενσωματώνεται στο ΠΔΠ 2026-2029.
Η τράπεζα υπογραμμίζει ότι η διατήρηση της βελτίωσης στη φορολογική αποτελεσματικότητα μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για νέες φοροελαφρύνσεις μετά το 2027. Παράλληλα, η μεσοπρόθεσμη πορεία του δημόσιου χρέους αναμένεται να συνεχίσει να βελτιώνεται, με την πρόβλεψη να το φέρνει χαμηλότερα από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029.
Η εικόνα για το χρέος
Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών μείωσαν κατά περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες το λόγο χρέους προς ΑΕΠ την τελευταία τετραετία, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη συνολική υποχώρησή του κατά 51 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2022-2025. Η ΕΤΕ σημειώνει ότι η υπεραπόδοση ενισχύει τη δημοσιονομική ευελιξία της χώρας, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, μέσω βελτίωσης του αξιόχρεου και μείωσης του κόστους δανεισμού.
Παράλληλα, η τράπεζα εκτιμά ότι περαιτέρω βελτιώσεις στη φορολογική συμμόρφωση και στην αποτελεσματικότητα του φορολογικού μηχανισμού θα μπορούσαν να αποφέρουν πρόσθετα έσοδα άνω των 2 δισ. ευρώ ετησίως. Σε αυτό το πλαίσιο, η σημερινή υπεραπόδοση δεν αντιμετωπίζεται ως συγκυριακό φαινόμενο, αλλά ως αποτέλεσμα διαρθρωτικών αλλαγών που έχουν ήδη ριζώσει στο φορολογικό σύστημα.
Η ουσία της ανάλυσης της ΕΤΕ είναι ότι η Ελλάδα δεν εμφανίζει απλώς πρόσκαιρα βελτιωμένα δημοσιονομικά μεγέθη, αλλά μια συνδυαστική ενίσχυση εσόδων, αποτελεσματικότητας και πειθαρχίας στις δαπάνες. Αυτό επιτρέπει στην κυβέρνηση να εμφανίζει ισχυρότερη δημοσιονομική θέση, ενώ παράλληλα δημιουργεί περιθώρια για μελλοντικές παρεμβάσεις ελάφρυνσης.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με το σκεπτικό της ΕΤΕ, είναι η διατήρηση της θετικής δυναμικής χωρίς να υπονομευθεί η δημοσιονομική σταθερότητα. Αν η πορεία αυτή συνεχιστεί, η χώρα θα μπορεί να στηριχθεί σε πιο ανθεκτικά δημόσια οικονομικά και σε πιο ασφαλή τροχιά αποκλιμάκωσης του χρέους.
![Ενοίκια: Φρένο στις μεγάλες αυξήσεις κατοικιών – Το ορόσημο των 1.000 ευρώ [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/akinita2.jpeg)

































