Στα τέλη της περασμένης δεκαετίας οι αποφάσεις για τη στρατηγική διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που λίγα χρόνια νωρίτερα έφτασαν μέχρι και το 50% των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, είχαν ήδη ληφθεί.
Σε συνεννόηση με την τρόικα, επελέγη η οδός της ταχείας αποενοποίησής τους, κατά βάση μέσω τιτλοποιήσεων και δευτερευόντως με απευθείας πωλήσεις σε funds. Τη διαχείρισή τους θα αναλάμβαναν εξειδικευμένες εταιρείες του χώρου, αδειοδοτημένες από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Μπορεί οι διαδικασίες για τη δημιουργία του νέου οικοσυστήματος να ξεκίνησαν το 2015 με την ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας, η αρχιτεκτονική του ωστόσο διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό τη διετία 2019-2020.
Σε αρκετές περιπτώσεις οι προτάσεις ρύθμισης από τους servicers δεν γίνονται δεκτές από τους δανειολήπτες. Είτε επειδή δεν μπορούν να τις εξυπηρετήσουν είτε διότι έχουν προσδοκία για μεγαλύτερο κούρεμα
Σε εκείνη τη φάση τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία των συστημικών παικτών του χώρου, οι οποίοι για να ξεκινήσουν τη λειτουργία τους πήραν προίκα τις εσωτερικές μονάδες διαχείρισης επισφαλειών τριών μεγάλων τραπεζών.
Οι αντιδράσεις
Η απόσχιση των τελευταίων προέβλεπε μεταξύ άλλων και τη μεταφορά των εργαζομένων τους, η πρώτη αντίδραση των οποίων σε αυτό το ενδεχόμενο ήταν έντονη. Κι αυτό διότι υπήρχε διάχυτος ο φόβος πως οι θέσεις εργασίας δεν είναι διασφαλισμένες, υπό την έννοια ότι κάποια στιγμή το πρόβλημα των κόκκινων δανείων θα λυνόταν. Οι διοικήσεις των εταιρειών διαχείρισης αντέτειναν το επιχείρημα ότι οι εργαζόμενοι θα ήταν σε αυτές περισσότερο προστατευμένοι, σε σχέση με τους υπό συρρίκνωση τότε τραπεζικούς ομίλους. «Εχουμε μπροστά μας τη διαχείριση επισφαλειών άνω των 100 δισ. ευρώ. Αυτό δεν τελειώνει από τη μία μέρα στην άλλη» υποστήριζαν εκείνη την περίοδο τα στελέχη που έστησαν από το μηδέν τους servicers, προκειμένου να κατευνάσουν τις ανησυχίες του προσωπικού.
Η πρόβλεψή τους επαληθεύεται μέχρι στιγμής απόλυτα. Η δουλειά όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αλλά σήμερα περισσότεροι από 2,2 εκατ. δανειολήπτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, είναι πελάτες των εν λόγω εταιρειών. Πρόκειται για μέγεθος ανάλογο ενός μεγάλου τραπεζικού οργανισμού. Από αυτούς εκτιμάται ότι 2 εκατ. είναι φυσικά πρόσωπα.
Τα μεγέθη
Αναλυτικότερα, η τρέχουσα αξία των υπό διαχείριση δανείων, με βάση συγκεντρωτικά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, κινούνταν στο τέλος του 2025 στη ζώνη των 92 δισ. ευρώ. Από αυτά, η πλειονότητα, περί τα 82 δισ. ευρώ, έχουν πουληθεί ή τιτλοποιηθεί από τις τράπεζες, ενώ τα υπόλοιπα 10 δισ. ευρώ παραμένουν στα βιβλία τους.
Ουσιαστικά είχαμε αλλαγή ιδιοκτησίας για το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς των κόκκινων δανείων που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, με στόχο να επανέλθουν πιο γρήγορα στην κανονικότητα οι τράπεζες. Το βάρος τους όμως παραμένει στην πραγματική οικονομία και λειτουργεί επιβαρυντικά στους ρυθμούς ανάπτυξης, καθώς οι συνδεδεμένοι οφειλέτες και εγγυητές είναι αποκλεισμένοι από το τραπεζικό σύστημα, όσο δεν διευθετούν τα χρέη τους.
Η αλήθεια είναι πάντως ότι οι διμερείς ρυθμίσεις από τους servicers έχουν ανεβάσει ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, ενώ ανοδικά κινείται και ο αριθμός των αναδιαρθρώσεων μέσω του συνεχώς βελτιούμενου εξωδικαστικού μηχανισμού. Σύμφωνα με απολογιστικά στοιχεία που έχουν δει κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, υπολογίζεται ότι κατά την περίοδο 2020-2025 ρυθμίστηκαν 750.000 δάνεια ύψους 40 δισ. ευρώ περίπου.
Πηγές του κλάδου εκτιμούν ότι 3 δισ. ευρώ πληρούν ήδη σε σημαντικό βαθμό τα απαιτούμενα κριτήρια για την επαναγορά τους από τράπεζες, ενώ η ευρύτερη δυνητική δεξαμενή τοποθετείται σε βάθος πενταετίας στη ζώνη των 10-15 δισ. ευρώ. Σημειώνεται πως αυτή τη στιγμή επιτρέπεται μόνο η αναχρηματοδότηση θεραπευμένων δανείων ένα προς ένα από τις τράπεζες. Ο SSM δεν έχει ακόμη απελευθερώσει τις πωλήσεις πακέτων σε συστημικούς ομίλους.
Οι καθυστερήσεις
Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα παραμένει. Ο λόγος γίνεται για το μεγαλύτερο μέρος των προβληματικών ανοιγμάτων, πέριξ των 75 δισ. ευρώ, με τα οποία εκτιμάται ότι σχετίζονται σχεδόν 1,5 εκατ. οφειλέτες και εγγυητές, που παραμένουν χωρίς ρύθμιση, ή το δάνειό τους έχει ξανακοκκινήσει.
Οι διαχειριστές των εν λόγω δανείων αποδίδουν τις καθυστερήσεις στη διευθέτησή τους στα εξής:
- Αργή απονομή της δικαιοσύνης: Λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας στα δικαστήρια ορίζονται δικάσιμοι έως και πολλά χρόνια αργότερα για την εξέταση ακόμη και απλών ανακοπών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα χρέη να παραμένουν αρρύθμιστα και να σωρεύονται τόκοι που αυξάνουν το χρέος των δανειοληπτών. Γίνονται πάντως ήδη κινήσεις από το υπουργείο Δικαιοσύνης για ένα γενναίο ξεκαθάρισμα των υποθέσεων.
- Ασυμφωνία πιστωτών – δανειοληπτών: Σε αρκετές περιπτώσεις οι προτάσεις ρύθμισης από τους servicers δεν γίνονται δεκτές από τους δανειολήπτες. Είτε επειδή δεν μπορούν να τις εξυπηρετήσουν είτε διότι έχουν προσδοκία για μεγαλύτερο κούρεμα. Σημειώνεται πάντως ότι μία πρόταση αναδιάρθρωσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την περιουσία του οφειλέτη. Συγκεκριμένα, η παρούσα αξία των ποσών που προβλέπεται να καταβληθούν δεν μπορεί να υπολείπεται του προϊόντος μίας άμεσης ρευστοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων.
- Νομικό πλαίσιο: Οι διαχειριστές ζητούν με κάθε ευκαιρία από την πολιτεία να επιταχύνει τις σχετικές με τις αναγκαστικές εκτελέσεις διαδικασίες, με στόχο την ταχύτερη διευθέτηση των υποθέσεων, είτε με μία συμφωνία ρύθμισης είτε με έναν πλειστηριασμό.
Η επόμενη ημέρα
Ανώτερα στελέχη εταιρειών διαχείρισης εκτιμούν ότι την επόμενη τριετία οι διαδικασίες εκκαθάρισης των παλαιών κόκκινων δανείων θα επιταχυνθούν. Σε αυτό θα συμβάλουν η βελτίωση του εξωδικαστικού μηχανισμού, ως αντικειμενικού εργαλείου παραγωγής προτάσεων ρύθμισης, αλλά και η αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που απελευθερώνει δικαστικό χρόνο.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι εταιρείες του κλάδου, μέχρι σήμερα περίπου το 80% των ανακτήσεων προέρχεται από ρυθμίσεις και πληρωμές και το 20% από πλειστηριασμούς και ρευστοποιήσεις.
Στόχος τους είναι η αναλογία να μετακινηθεί προς το 90%-10%, με την αύξηση των συναινετικών λύσεων. Ταυτόχρονα, θα αξιοποιηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό η τεχνητή νοημοσύνη για την ταχύτερη προώθηση εξατομικευμένων προτάσεων στους δανειολήπτες, αλλά και για την έγκαιρη παρέμβαση όταν ένα ρυθμισμένο άνοιγμα κινδυνεύει να βρεθεί εκ νέου στο κόκκινο.
Πηγές από τον τομέα μιλούν για ένα δύσκολο εγχείρημα, μιας και η πλειονότητα των δανείων που διαχειρίζονται προέρχεται από τη δεκαετία της κρίσης. Πιστεύουν όμως πως με τις βελτιώσεις που προωθούνται, μέχρι το 2030 θα συμφωνηθούν βιώσιμες αναδιαρθρώσεις για μεγάλο μέρος των οφειλών.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ







































