Ενα σημαντικό ερώτημα που απασχολεί τον δημόσιο διάλογο είναι αν αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας. Τα διαθέσιμα στοιχεία συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η απάντηση είναι καταφατική. Η βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων της Ελλάδας δεν έχει συγκυριακά χαρακτηριστικά, αλλά ολοένα και πιο έντονη διαρθρωτική διάσταση. Ασφαλώς, το περιθώριο βελτίωσης παραμένει μεγάλο.
Ωστόσο, κυρίως μετά το 2019, η χώρα βρίσκεται σε μια μετάβαση προς ένα πιο εξωστρεφές, επενδυτικό και παραγωγικό πρότυπο. Και αυτό δεν αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα, αλλά προκύπτει από μια σειρά ποσοτικά μετρήσιμων δεικτών.
Τα θεμέλια του παραγωγικού μοντέλου είναι ισχυρότερα
Η δημοσιονομική θέση της χώρας, η κατάσταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η εικόνα του ιδιωτικού χρέους είναι σήμερα σημαντικά βελτιωμένες σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.
Παράλληλα, η ελληνική οικονομία έχει γίνει περισσότερο ανοικτή και διεθνοποιημένη, ενώ οι αγορές αγαθών, υπηρεσιών και εργασίας εμφανίζουν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Οι δείκτες του ΟΟΣΑ για τα ρυθμιστικά εμπόδια και το επίπεδο ανταγωνισμού καταγράφουν επίσης σημαντική βελτίωση. Βεβαίως, επενδυτικές προκλήσεις παραμένουν.
Ομως η συνολική εικόνα δείχνει ενίσχυση των θεμελίων πάνω στα οποία μπορεί να στηριχθεί ένα διαφορετικό παραγωγικό πρότυπο. Αυτή καταγράφεται στη σημαντική άνοδο της χώρας σε όλους τους διεθνείς δείκτες αξιολόγησης επενδυτικού περιβάλλοντος.
Η αλλαγή αποτυπώνεται στη σύνθεση του ΑΕΠ
Η σύνθεση της ελληνικής οικονομίας έχει μεταβληθεί προς μια περισσότερο εξωστρεφή και επενδυτική κατεύθυνση. Σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, οι εξαγωγές έχουν σχεδόν διπλασιαστεί ως ποσοστό του ΑΕΠ, από περίπου 20% σε περίπου 40%, ενώ έχουν αποδειχθεί ανθεκτικές στις διαδοχικές διεθνείς κρίσεις των τελευταίων ετών.
Παράλληλα, μετά το 2019 οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά περίπου έξι ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να παραμένει υψηλή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που δείχνει ότι η μετάβαση δεν έχει ολοκληρωθεί.
Η κατεύθυνση, ωστόσο, είναι σαφής: μεγαλύτερη εξωστρέφεια και ενίσχυση του παραγωγικού κεφαλαίου.
Οι καταλύτες του μετασχηματισμού
Πίσω από αυτή την αλλαγή βρίσκονται τρεις βασικοί καταλύτες.
Πρώτον, η ελληνική οικονομία καταγράφει κέρδη οικονομιών κλίμακας (scaling-up). Οι μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία του παραγωγικού ιστού. Ωστόσο, αρκετές από αυτές μεγαλώνουν, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το μερίδιο των μεσαίων και μεγαλύτερων επιχειρήσεων στην απασχόληση και την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία. Η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, καθώς η μεγαλύτερη κλίμακα παραγωγής αυξάνει τις δυνατότητες των επιχειρήσεων να επενδύσουν, να καινοτομήσουν και να ενσωματώσουν νέες τεχνολογίες.
Δεύτερον, η παραγωγική βάση μετακινείται σταδιακά προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Η μεταποίηση και γενικότερα η βιομηχανία ενισχύουν τη συμβολή τους στην παραγωγή και την απασχόληση, ενώ αυξάνεται το μερίδιο των κλάδων υψηλής και μέσης-υψηλής τεχνολογίας στο ελληνικό ΑΕΠ. Ως αποτέλεσμα, οι εξαγωγές αγαθών υψηλής τεχνολογίας έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Παράλληλα, έχει αυξηθεί και το μερίδιο των υπηρεσιών έντασης γνώσης (knowledge-intensive services). Οι Αμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) έχουν επίσης αυξηθεί πολύ σημαντικά μετά το 2019. Σε αντίθεση με την άποψη που συχνά διατυπώνεται στον δημόσιο διάλογο, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι η πλειοψηφία των ΑΞΕ δεν αφορά τα ακίνητα. Αντίθετα, αυτές κατευθύνονται ολοένα περισσότερο προς τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η μεταποίηση, η ενέργεια, οι επικοινωνίες, η πληροφορική και οι επαγγελματικές υπηρεσίες.
Τρίτον, η Ελλάδα βελτιώνει σταδιακά τις επιδόσεις της στην καινοτομία. Παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, η κατεύθυνση είναι θετική, ιδιαίτερα στην ψηφιοποίηση, την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης και τις επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο (π.χ. πνευματική ιδιοκτησία)
Η συνολική παραγωγικότητα αυξάνεται
Παρά τη διαδεδομένη άποψη ότι η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη, τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (AMECO) δείχνουν ότι μετά το 2020 η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (Total Factor Productivity) έχει αυξηθεί σημαντικά (+6,2%), με ρυθμούς υπερδιπλάσιους του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη σημαντική αύξηση του όγκου των επενδύσεων (+83% την περίοδο 2019-2025 έναντι 1,5% στην Ευρωπαϊκή Ενωση), αλλά και με τη μεταβολή της σύνθεσης της οικονομικής δραστηριότητας. Βεβαίως, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει μια σημαντική πρόκληση.
Ωστόσο, η αύξηση των επενδύσεων, η επίτευξη οικονομιών κλίμακας και η μετατόπιση προς δραστηριότητες υψηλότερης αξίας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περαιτέρω βελτίωση και σε αυτόν τον κρίσιμο τομέα.
Η ποσοτική επιβεβαίωση της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), ο μεσοπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έχει αυξηθεί από 0,9% το 2019 σε 1,5% το 2025. Ανάλογη, και ακόμη μεγαλύτερη, βελτίωση καταγράφεται και στις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΟΟΣΑ για τον ρυθμό αύξησης του δυνητικού ΑΕΠ. Οπως σταθερά συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, οι προβλέψεις αυτές αναμένεται να αναθεωρούνται ανοδικά καθώς σταδιακά θα ενσωματώνονται οι θετικές επιδράσεις των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Είναι σημαντική αυτή η αύξηση; Αναμφίβολα ναι. Οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ σημαίνουν ότι σε ορίζοντα δεκαετίας η ελληνική οικονομία θα είναι περίπου 7% μεγαλύτερη από ό,τι θα ήταν εάν παρέμενε στη δυνητική αναπτυξιακή τροχιά του 2019. Το μέγεθος αυτό συγκλίνει με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τη μακροχρόνια επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Εθνικό Σχέδιο «Ελλάδα 2.0» επιτυγχάνει τον κεντρικό του στόχο: δεν στήριξε μόνο την ανάκαμψη μετά την πανδημία, αλλά συμβάλλει και στην ενίσχυση της μεσοπρόθεσμης παραγωγικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας, στον βαθμό που υπολογίστηκε κατά τον σχεδιασμό του. Εξίσου σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα με το ΔΝΤ, από το 2023 ο μεσοπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας υπερβαίνει εκείνον της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα θα βρίσκεται σε μια περίοδο σταδιακής πραγματικής σύγκλισης με τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η επόμενη φάση: συνέχεια και επιτάχυνση
Συμπερασματικά, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον απλώς στη φάση της ανάκαμψης από την κρίση της περασμένης δεκαετίας. Βρίσκεται σε μια διαδικασία αλλαγής του παραγωγικού της μοντέλου, η οποία επιταχύνθηκε σημαντικά μετά το 2019. Η μεγάλη πρόκληση των επόμενων ετών δεν είναι η έναρξη αυτής της μετάβασης, αλλά η επιτάχυνση και η εμβάθυνσή της. Αυτό προϋποθέτει τη διατήρηση της μακροοικονομικής και της πολιτικής σταθερότητας, καθώς επίσης και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν το ανθρώπινο κεφάλαιο, τις επενδύσεις, την καινοτομία και την παραγωγικότητα. Σε αυτά τα πλαίσια, η επόμενη γενιά μεταρρυθμίσεων αφορά κυρίως τις θεσμικές επιδόσεις της χώρας, με τελικό στόχο τη διαμόρφωση ενός ακόμη πιο αποτελεσματικού πλαισίου κινήτρων για επενδύσεις, εργασία και επιχειρηματικότητα.
Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει κορυφαίο σταθμό του θεσμικού εκσυγχρονισμού, εφόσον αξιοποιηθεί για την άρση χρόνιων θεσμικών περιορισμών που επηρεάζουν την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.
Ο κ. Μιχάλης Αργυρού είναι προϊστάμενος του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ





















![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [Μέρος 3ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/epidomata-euros-4.jpg)

















