Τις διαρθρωτικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας αντικατοπτρίζει η σημαντική διαφοροποίηση στις επενδύσεις μεταξύ των παραγωγικών τομέων, τόσο σε επίπεδο μεγέθους όσο και σε όρους επενδυτικής έντασης, όπως προκύπτει από την μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Ο ρόλος της οικονομικής αβεβαιότητας στο κενό επενδύσεων και απασχόλησης της ελληνικής οικονομίας», που δημοσιοποιήθηκε την Παρασκευή.
Επικαλούμενη τη διεθνή βιβλιογραφία, η μελέτη διαπιστώνει ότι η αβεβαιότητα συνιστά έναν καθοριστικό παράγοντα που επιδρά άμεσα στις αποφάσεις των επιχειρήσεων σχετικά με τις επενδύσεις, την παραγωγή και την απασχόληση.
Σε αυτό το πλαίσιο, επιχειρείται μια πρώτη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ αβεβαιότητας, επενδύσεων και απασχόλησης, αξιοποιώντας τους νέους δείκτες αβεβαιότητας 𝐸𝑋𝐴𝐹𝐷 (που βασίζεται στις εκ των προτέρων διαφωνίες στις προβλέψεις) και 𝐸𝑋𝑃𝐹𝐸 (που βασίζεται στα εκ των υστέρων σφάλματα πρόβλεψης των επιχειρήσεων σχετικά με τη μελλοντική πορεία της οικονομικής τους δραστηριότητας).
Μεγέθη ανά τομέα
Αναλυτικότερα, σε απόλυτα μεγέθη, ο τομέας των Υπηρεσιών εμφανίζει τη μεγαλύτερη μέση τιμή, περίπου 3,6 δισ. ευρώ, ενώ οι υπόλοιποι τομείς παρουσιάζουν σαφώς χαμηλότερα επίπεδα επενδύσεων, με τη Βιομηχανία και το Λιανικό Εμπόριο να εμφανίζουν μια πιο σταθερή ροή επενδύσεων διαχρονικά, όπως υποδεικνύουν οι τυπικές τους αποκλίσεις.
Σε όρους επενδυτικής έντασης, στο σύνολο της οικονομίας καταγράφεται μια μέση τιμή περίπου 20%, με τους τομείς των Κατασκευών και των Υπηρεσιών να εμφανίζουν υψηλότερους λόγους, υποδηλώνοντας μεγαλύτερη κεφαλαιακή ένταση, ενώ το Λιανικό Εμπόριο παρουσιάζει διαχρονικά χαμηλή επενδυτική ένταση.
Γενικά, όπως απεικονίζεται στο Διάγραμμα 4.1, η διαχρονική εξέλιξη των συνολικών επενδύσεων χαρακτηρίζεται από τρεις διαδοχικές φάσεις ανόδου και πτώσης, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις ευρύτερες οικονομικές συνθήκες και προκλήσεις που αντιμετώπισε η ελληνική οικονομία κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

Επενδυτικό «κενό»
Το επενδυτικό «κενό» της ελληνικής οικονομίας, αναλογικά με το ΑΕΠ, σε σύγκριση με τον μέσο όρο στην ΕΕ27 συσσωρεύεται συστηματικά από το 2009, με την απόκλιση να έχει μεν μειωθεί, ωστόσο να παραμένει υψηλότερη από 5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το 2024.
Αναλυτικότερα, από το 1998 έως το 2007, οι συνολικές επενδύσεις ακολουθούν μια έντονα ανοδική πορεία, με το υψηλότερο επίπεδο να καταγράφεται το 2007 (16,1 δισ ευρώ).
Αντιθέτως, από το 2008 έως το 2016, οι επενδύσεις παρουσιάζουν μια συνεχή πτώση, υποχωρώντας σχεδόν κατά 65%, ως αποτέλεσμα της δημοσιονομικής κρίσης, της συρρίκνωσης της τραπεζικής χρηματοδότησης και του ευρύτερου κλίματος αβεβαιότητας που επικρατούσε εκείνη την περίοδο.
Ωστόσο, από το 2017 και μετά παρατηρείται μια σταδιακή ανάκαμψη, η οποία όμως υπολείπεται ακόμη από το να επαναφέρει τις επενδύσεις στα προ κρίσης επίπεδα.
Η πανδημία Covid-19 το 2020 προκάλεσε μια πρόσκαιρη επιβράδυνση, ωστόσο, στη συνέχεια, η επενδυτική δραστηριότητα ανέκαμψε, ενισχυμένη από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) και την επανεκκίνηση της οικονομίας μετά τα περιοριστικά μέτρα.
Υπηρεσίες
Σε τομεακό επίπεδο (Διάγραμμα 4.3), ο τομέας των Υπηρεσιών κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, συνεισφέροντας το μεγαλύτερο μερίδιο στις συνολικές επενδύσεις.
Αναλυτικότερα, παρόμοια με τις συνολικές επενδύσεις, οι επενδύσεις στον τομέα των Υπηρεσιών καταγράφουν μέχρι το 2007 μια έντονη ανοδική πορεία, η οποία διακόπτεται απότομα το 2008 ως αποτέλεσμα της κρίσης στην οποία εισήλθε η ελληνική οικονομία.

Κατασκευές, Βιομηχανία, Λιανικό Εμπόριο
Την ίδια πορεία ακολουθούν και οι επενδύσεις στον τομέα των Κατασκευών, ενώ, αντίθετα, η Βιομηχανία και το Λιανικό Εμπόριο εμφανίζουν ηπιότερες μεταβολές, με σχετικά σταθερές αλλά χαμηλότερες επενδύσεις.
Η αγορά εργασίας
Ωστόσο, η επίδραση της αβεβαιότητας δεν περιορίζεται μόνο στη διαμόρφωση των επενδυτικών αποφάσεων, αλλά επεκτείνεται και στην αγορά εργασίας, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων ως προς τη δημιουργία καθώς και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας.
Συνολικά, όπως απεικονίζεται στο Διάγραμμα 4.5, η συνολική απασχόληση ακολουθεί μια πορεία παρόμοια με εκείνη των επενδύσεων.

Αναλυτικότερα, κατά το διάστημα μεταξύ του 1 ου Τριμήνου του 1998 μέχρι το 2 ο Τρίμηνο του 2008, η απασχόληση στην Ελλάδα παρουσιάζει μια συνεχή άνοδο, φτάνοντας το 2ο Τρίμηνο του 2008 στους 4,53 εκατ. απασχολούμενους.
Ωστόσο, από το 3ο Τρίμηνο του 2008 και μετά, παρατηρείται μια απότομη κάμψη ως αποτέλεσμα της δημοσιονομικής κρίσης και της επακόλουθης μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία οδήγησε στην μαζική απώλεια θέσεων εργασίας.
Ειδικότερα, μεταξύ του 2008 – 2013, η απασχόληση μειώθηκε σωρευτικά κατά περίπου 25%, ποσοστό που ισοδυναμεί με την απώλεια περισσότερων του 1 εκατ. θέσεων εργασίας.
Από το 2014 και έπειτα, παρατηρείται μια σταδιακή ανάκαμψη, η οποία όμως διακόπηκε απότομα το 2020 εξαιτίας της πανδημίας Covid-19 και των περιοριστικών μέτρων που επιβλήθηκαν.
Μετά το 2ο Τρίμηνο του 2021, η απασχόληση αυξάνεται εκ νέου, ξεπερνώντας το 2022 την μακροχρόνια μέση της τιμή και αγγίζοντας το 2ο τρίμηνο του 2025 τους 4,2 εκατ. εργαζομένους.
Απασχόληση ανά τομέα
Επιπροσθέτως, όπως αποτυπώνεται στον Πίνακας 4.5 καθώς και στο Διάγραμμα 4.6, ο τομέας των Υπηρεσιών καταγράφει διαχρονικά τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων, συγκεντρώνοντας, κατά μέσο όρο, πάνω από το 25% της συνολικής εγχώριας απασχόλησης.

Ακολουθεί ο τομέας του Λιανικού Εμπορίου με μέση τιμή 712 χιλιάδες απασχολούμενους, ενώ οι τομείς της Βιομηχανίας και των Κατασκευών εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερα επίπεδα απασχόλησης.
Συνολικά, τα αποτελέσματα στον Πίνακας 4.6 συνιστούν μια πρώτη ένδειξη ότι τα αυξημένα επίπεδα αβεβαιότητας επηρεάζουν αρνητικά τις αποφάσεις των επιχειρήσεων, όχι μόνο ως προς τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την πραγματοποίηση των αντίστοιχων προσλήψεων, αλλά και ως προς τη διατήρηση των ήδη υφιστάμενων.

Επιπροσθέτως, η εξέταση της σχέσης μεταξύ απασχόλησης και περιόδων παρατεταμένης αβεβαιότητας καταδεικνύει ότι, κατά μέσο όρο, η απασχόληση είναι χαμηλότερη σε περιόδους παρατεταμένης αβεβαιότητας, τόσο για το σύνολο της οικονομίας όσο και για τους τομείς της Βιομηχανίας και των Κατασκευών (Πίνακας 4.7).
Παράλληλα, μια αρνητική και στατιστικά σημαντική συσχέτιση παρατηρείται μεταξύ των περιόδων παρατεταμένης αβεβαιότητας και της απασχόλησης στον τομέα του Λιανικού Εμπορίου, υποδεικνύοντας ότι ακόμη και σε τομείς που η αβεβαιότητα δεν φαίνεται να συνδέεται με τις αποφάσεις των επιχειρήσεων για ζήτηση εργασίας, σε περιόδους κατά τις οποίες η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρατηρείται μια αλλαγή στη συμπεριφορά τους.
Ο «χάρτης» των διαταραχών της επενδυτικής αβαβειότητας
Η μελέτη σε τέσσερις επιμέρους τομείς οικονομικής δραστηριότητας (Βιομηχανία, Κατασκευές, Λιανικό Εμπόριο και Υπηρεσίες), τα αποτελέσματα των οποίων αναδεικνύουν μια έντονη τομεακή ετερογένεια ως προς την επίδραση των διαταραχών της αβεβαιότητας στις επενδύσεις.
Αναλυτικότερα, στον τομέα της Βιομηχανίας μια αύξηση της αβεβαιότητας κατά μια τυπική απόκλιση οδηγεί σε μια άμεση πτώση των επενδύσεων, η οποία διαρκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου αγγίζοντας τα 40 εκατ. €, υποδηλώνοντας μια μεγαλύτερη χρονική αναβολή των επενδυτικών αποφάσεων σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας.
Για παράδειγμα, ομοίως με το σύνολο της οικονομίας, τη διετία 2009 – 2011 η αύξηση της αβεβαιότητας εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, εκτιμάται ότι συνέβαλε σε μια σωρευτική μείωση των επενδύσεων στη Βιομηχανία κατά 0.5 δις €, που αντιστοιχεί περίπου στο ¼ της καταγεγραμμένης μείωσης των επενδύσεων στον τομέα της βιομηχανίας την ίδια περίοδο.
Αντίστοιχα, στον τομέα των Υπηρεσιών η αύξηση της αβεβαιότητας προκαλεί μια απότομη μείωση των επενδύσεων ήδη από τα πρώτα τρίμηνα μετά το αρχικό σοκ, φθάνοντας τα 200 εκατ. € σε ορίζοντα ενός έτους, με την αρνητική αυτή επίδραση να είναι ιδιαίτερα επίμονη, αντανακλώντας την υψηλή εξάρτηση των επενδυτικών αποφάσεων στον εν λόγω τομέα από το γενικότερο κλίμα αβεβαιότητας που επικρατεί και τις προσδοκίες για την μελλοντική εξέλιξη της ζήτησης. Στον τομέα του Λιανικού Εμπορίου, η αρνητική απόκριση των επενδύσεων μετά από μια αύξηση της αβεβαιότητας κατά μια τυπική απόκλιση είναι σαφώς ηπιότερη, υπολογιζόμενη ανάμεσα στα 10-20 εκατ. € μεταξύ του πρώτου και δεύτερου έτους.
Αντιθέτως, στον τομέα των Κατασκευών οι επενδύσεις δεν παρουσιάζουν κάποια συστηματική ή επίμονη αντίδραση μετά από ένα θετικό σοκ στην αβεβαιότητα, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα αποτελέσματα στον Πίνακας 4.10 σύμφωνα με τα οποία τα σοκ αβεβαιότητας εξηγούν ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό της διακύμανσης των επενδύσεων, το οποίο παραμένει κάτω του 0,2% σε όλους τους εξεταζόμενους χρονικούς ορίζοντες.

Επιπροσθέτως, οι διαταραχές αβεβαιότητας εξηγούν ένα αυξανόμενο ποσοστό της διακύμανσης των επενδύσεων στη Βιομηχανία, το οποίο προσεγγίζει το 13% μετά από δύο έτη, με το αντίστοιχο ποσοστό στον τομέα των Υπηρεσιών να ανέρχεται σε περίπου 24%, καθιστώντας τους δύο αυτούς τομείς τους πλέον ευάλωτους στις διαταραχές των επιπέδων αβεβαιότητας.
Τέλος, οι διακυμάνσεις στα επίπεδα αβεβαιότητας εξηγούν ένα μικρό μόνο ποσοστό της διακύμανσης των επενδύσεων στον τομέα του Λιανικού Εμπορίου, το οποίο προσεγγίζει το 4.5%.
Συνολικά, η μελέτη σημειώνει, ότι τα ευρήματα αυτά καταδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις της αβεβαιότητας στις επενδύσεις δεν είναι ομοιογενείς για όλους τους τομείς, αλλά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ιδιαίτερα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του κάθε τομέα.













![Διακοπές: Πού ξόδεψαν 3,68 δισ. οι Έλληνες – Η μέση ημερήσια δαπάνη [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/03/tourismos_ar.jpg)














![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [Μέρος 4ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/forologikes-diloseis.jpg)

![Χούθι: Ανοίγουν νέο μέτωπο στο πετρέλαιο [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/1-80-1024x681-1.jpg)







