Για δεκαετίες, οι μεγαλύτερες δικηγορικές εταιρείες της Αμερικής είχαν ένα απλό και εξαιρετικά κερδοφόρο επιχειρηματικό μοντέλο: όσο περισσότερες ώρες εργάζονταν οι δικηγόροι, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο λογαριασμός του πελάτη. Η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί τώρα να ανατρέψει αυτή την εξίσωση.
Όπως αποκαλύπτουν οι Financial Times, ορισμένοι από τους ισχυρότερους πελάτες της αμερικανικής Big Law —οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street— ζητούν ήδη από τις δικηγορικές εταιρείες να μοιραστούν μαζί τους τα οικονομικά οφέλη της AI. Η Morgan Stanley και η Citigroup πιέζουν για νέες συμφωνίες αμοιβών, ενώ η Goldman Sachs έχει ζητήσει από τα δικηγορικά γραφεία να εξηγήσουν πόσο η τεχνολογία έχει μειώσει τον χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωση των εργασιών.
Η λογική είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Αν μια εργασία που απαιτούσε προηγουμένως 20 ώρες μπορεί πλέον να ολοκληρωθεί σε πέντε, ο πελάτης δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει για 20.
Το ζήτημα αγγίζει την καρδιά του οικονομικού μοντέλου της Big Law. Οι μεγαλύτερες δικηγορικές εταιρείες λειτουργούν εδώ και δεκαετίες με το λεγόμενο «μοντέλο μόχλευσης»: ένας περιορισμένος αριθμός κορυφαίων εταίρων επιβλέπει μεγάλες ομάδες νεότερων δικηγόρων, οι οποίοι αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της έρευνας, της επεξεργασίας εγγράφων και της προετοιμασίας των υποθέσεων. Οι πελάτες χρεώνονται κυρίως με βάση τις ώρες εργασίας.
Το μοντέλο αυτό δημιούργησε έναν ενάρετο —για τις εταιρείες— οικονομικό κύκλο. Η πρόσληψη περισσότερων συνεργατών σήμαινε περισσότερες χρεώσιμες ώρες, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούσαν τα τεράστια κέρδη των εταίρων. Η ίδια η αγορά εργασίας των μεγάλων δικηγορικών εταιρειών διαμορφώθηκε γύρω από αυτή τη λογική.

Η AI αναμορφώνει τις εργασίες των Big Law
Τώρα, όμως, η τεχνολογία επιτρέπει σε έναν πολύ μικρότερο αριθμό ανθρώπων να παράγει πολύ μεγαλύτερο όγκο εργασίας. Η αναζήτηση νομολογίας, ο έλεγχος συμβάσεων, το due diligence σε μια εξαγορά και η ανάλυση χιλιάδων εγγράφων μπορούν να πραγματοποιηθούν σε κλάσμα του χρόνου που απαιτούσαν στο παρελθόν.
«Αν ο αριθμός των ωρών που εργάζονται για μια υπόθεση έχει μειωθεί λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, η προσδοκία μας είναι ότι το κόστος ανά συναλλαγή θα μειωθεί σημαντικά», δήλωσε στους Financial Times ο Άνταμ Μέσελ, παγκόσμιος επικεφαλής νομικών υπηρεσιών της Citigroup.
Η Morgan Stanley κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Ο γενικός νομικός σύμβουλος της τράπεζας, Έρικ Γκρόσμαν, υποστηρίζει ότι η παραδοσιακή σχέση μεταξύ αμοιβών και ωρών εργασίας έχει πλέον καταστεί προβληματική, και είναι πλέον «εξαιρετικά ασταθής».
Η αλλαγή δεν είναι θεωρητική. Οι ωριαίες αμοιβές των κορυφαίων αμερικανικών δικηγορικών εταιρειών έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με την εταιρεία νομικής τεχνολογίας Persuit, η μέση ωριαία χρέωση των συνεργατών στις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες έφτασε φέτος τα 798 δολάρια, αυξημένη κατά 33% από το 2023. Οι αμοιβές των εταίρων αυξήθηκαν κατά 29%.
Η άνοδος αυτή αντανακλά έναν ακριβό πόλεμο για την προσέλκυση κορυφαίων δικηγόρων. Όμως δημιουργεί και μια νέα αντίφαση: οι εταιρείες έχουν επενδύσει τεράστια ποσά σε ανθρώπινο ταλέντο, ενώ την ίδια στιγμή η AI μειώνει την ανάγκη για πολλές από τις ώρες εργασίας που αποτελούσαν τη βάση αυτών των αμοιβών.

Από χρέωση χρόνου σε χρέωση αξίας
Γι’ αυτό και η επόμενη φάση μπορεί να είναι η μετάβαση από τη χρέωση του χρόνου στη χρέωση της αξίας. Αντί για έναν λογαριασμό που προκύπτει από τον αριθμό των ωρών, οι τράπεζες θέλουν ολοένα περισσότερο προκαθορισμένες αμοιβές, ανταγωνιστικές προσφορές και συμφωνίες που συνδέουν το κόστος με το αποτέλεσμα.
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να αλλάξει και τη δομή της αγοράς εργασίας. Η Big Law μπορεί να χρειάζεται λιγότερους νεότερους δικηγόρους για εργασίες που η AI εκτελεί αποτελεσματικότερα. Ήδη, σύμφωνα με έρευνα της Citi, σχεδόν οι μισές μεγάλες δικηγορικές εταιρείες δήλωσαν ότι φέτος προσέλαβαν λιγότερους θερινούς συνεργάτες, ενώ αντίστοιχο ποσοστό αναμένει μικρότερες τάξεις προσλήψεων την επόμενη χρονιά.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ανατροπή. Η AI δεν αυτοματοποιεί απλώς κάποιες εργασίες· μπορεί να διαταράξει την «πυραμίδα» πάνω στην οποία στηρίζεται η Big Law. Οι νέοι δικηγόροι ήταν μέχρι σήμερα ταυτόχρονα εργατικό δυναμικό και η δεξαμενή από την οποία προέκυπταν οι αυριανοί εταίροι. Αν μεγάλο μέρος της αρχικής εργασίας εξαφανιστεί, οι εταιρείες θα πρέπει να βρουν νέο τρόπο για να εκπαιδεύουν την επόμενη γενιά κορυφαίων δικηγόρων.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η ανθρώπινη εμπειρία χάνει την αξία της. Αντίθετα, η αξία μπορεί να μετακινηθεί προς την κρίση, τη στρατηγική και την ικανότητα διαπραγμάτευσης. Όπως επισημαίνει ο Σαμ Νιούχαουζ της Latham & Watkins, η AI μπορεί να αναλάβει τις εργασίες που αποτελούν το «εύκολο κομμάτι» της δουλειάς, αλλά τα δεδομένα και ο χρόνος που απελευθερώνονται μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για πιο σύνθετες στρατηγικές αποφάσεις.

Ένα μεγάλο διακύβευμα
Το ίδιο φαινόμενο αρχίζει να εμφανίζεται και στους ίδιους τους πελάτες. Ο ΣτίβενΚρόλεϊ, γενικός νομικός σύμβουλος της Ford, δήλωσε στους Financial Times ότι η εταιρεία μεταφέρει περισσότερη νομική εργασία στο εσωτερικό της, καθώς η AI κάνει οικονομικά εφικτό να εκτελείται χωρίς τη διαμεσολάβηση εξωτερικών δικηγορικών εταιρειών. Προειδοποίησε μάλιστα ότι το παραδοσιακό «πυραμιδικό» οικονομικό μοντέλο των δικηγορικών εταιρειών δύσκολα μπορεί να θεωρείται ασφαλές στο μέλλον.
Το διακύβευμα, επομένως, είναι πολύ μεγαλύτερο από την αυτοματοποίηση ορισμένων νομικών εργασιών. Η AI εισάγει μια νέα οικονομική αρχή: όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται δραματικά, η τιμή της εργασίας δεν μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον συνδεδεμένη με τον χρόνο που απαιτείται για να παραχθεί.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα για τη Big Law. Οι πελάτες της δεν ζητούν από την τεχνολογία να κάνει τους δικηγόρους καλύτερους απλώς για να συνεχίσουν να πληρώνουν τους ίδιους λογαριασμούς. Ζητούν μέρος του οφέλους.
Και αν η Wall Street καταφέρει να επιβάλει αυτή την αλλαγή, η Big Law μπορεί να βρεθεί μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες μεταβολές στην ιστορία της: από ένα μοντέλο όπου η ώρα είναι το προϊόν, σε ένα μοντέλο όπου προϊόν είναι η λύση.
Η τεχνητή νοημοσύνη, με άλλα λόγια, δεν απειλεί απλώς να αντικαταστήσει κάποιες ώρες εργασίας. Απειλεί να κάνει την ίδια την ώρα λιγότερο πολύτιμη.
































