Μπορεί ένα ερευνητικό ινστιτούτο να επηρεάσει την οικονομία μιας ολόκληρης περιοχής, δημιουργώντας προστιθέμενη αξία εκατομμυρίων για μια ολόκληρη περιφέρεια; Η απάντηση έρχεται από το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το οποίο σε νέα μελέτη παραθέτει την περίπτωση της Λακωνίας, μίας από τις σημαντικότερες περιοχές παραγωγής ελαιολάδου και ελιάς της χώρας, όπου η λειτουργία ενός Ινστιτούτου Ελαιοκομίας θα αποτελέσει μια επένδυση, η οποία αφορά τη γνώση, την έρευνα και τη διασύνδεση με την παραγωγή.
Η μελέτη εξετάζει τις οικονομικές και αναπτυξιακές επιδράσεις από την ίδρυση και λειτουργία ενός Ινστιτούτου Ελαιοκομίας στη Λακωνία. Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί η διαπίστωση ότι η περιοχή, παρά τα διεθνώς αναγνωρισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματά της στην ελαιοκαλλιέργεια, αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως ο κατακερματισμός της παραγωγής και η ασθενής διασύνδεση με την έρευνα και την καινοτομία.
Η ετήσια αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας στη Λακωνία εκτιμάται από 4,558 έως 13,68 εκατομμύρια ευρώ
Μέσω τριών σεναρίων, η μελέτη ποσοτικοποιεί τις άμεσες και έμμεσες επιδράσεις στους κλάδους της γεωργίας, της μεταποίησης τροφίμων και του τουρισμού, τόσο σε επίπεδο Λακωνίας όσο και για το σύνολο της Περιφέρειας Πελοποννήσου.
Παράλληλα, αναδεικνύει ποιοτικές και διαρθρωτικές επιδράσεις στην καινοτομία, την ποιότητα του προϊόντος και τη διεθνοποίηση. Η μελέτη καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής για τη θεσμική θωράκιση του Ινστιτούτου στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής περιφερειακής ανάπτυξης.
Δείτε αναλυτικά την έκθεση ΕΔΩ

Το ελαιοκομικό σύμπλεγμα της Λακωνίας
Η Λακωνία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ελαιοκομικές περιοχές της χώρας. Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο της περιοχής έχει αποκτήσει διεθνή αναγνώριση για την ποιότητά του, ενώ χιλιάδες οικογένειες εξακολουθούν να στηρίζουν το εισόδημά τους στην καλλιέργεια της ελιάς.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα ποιότητας κρύβονται χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες. Ο κατακερματισμός της παραγωγής, η περιορισμένη τυποποίηση, η ανεπαρκής μεταφορά τεχνογνωσίας και η αδύναμη διασύνδεση της παραγωγής με την επιστημονική έρευνα αποτελούν βασικά εμπόδια για την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου.
Επίσης, όπως αναφέρεται στη μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η μεταποίηση αποτελεί το δεύτερο κρίσιμο σκέλος του ελαιοκομικού συμπλέγματος. Στη Λακωνία λειτουργεί σημαντικός αριθμός ελαιοτριβείων και μονάδων τυποποίησης, οι οποίες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ποιότητας του τελικού προϊόντος. Ωστόσο, η τυποποίηση παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τον συνολικό όγκο παραγωγής, γεγονός που μειώνει την προστιθέμενη αξία που παραμένει στην περιοχή.
Αντίστοιχα, η εξαγωγική δραστηριότητα της Λακωνίας παρουσιάζει σημαντικές δυνατότητες, αλλά παραμένει ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών και στη μεταβλητότητα της ζήτησης.
Η Λακωνία διαθέτει επίσης σημαντικό δυναμικό διασύνδεσης της ελαιοκομίας με τον τουρισμό και τη γαστρονομία. Η διεθνής τάση για ανάπτυξη μορφών τουρισμού που συνδέονται με την τοπική παραγωγή και τη γαστρονομική εμπειρία έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, με τον ελαιοτουρισμό να αποτελεί έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς.
Συνολικά, το ελαιοκομικό σύμπλεγμα της Λακωνίας παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα, αλλά και κρίσιμες αδυναμίες που περιορίζουν την αναπτυξιακή του δυναμική. Η ίδρυση ενός Ινστιτούτου Ελαιοκομίας μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για την αναβάθμιση της αλυσίδας αξίας, την ενίσχυση της ποιότητας και της διεθνοποίησης, την προώθηση της καινοτομίας και τη διασύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τη μεταποίηση και τον τουρισμό.
Μικρή δαπάνη μεγάλες αποδόσεις
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης αφορά τη σχέση κόστους και οφέλους.
Η προβλεπόμενη ετήσια λειτουργική δαπάνη του Ινστιτούτου ανέρχεται σε μόλις 59.500 ευρώ. Από μόνη της η λειτουργία του δημιουργεί οικονομική δραστηριότητα περίπου 76.600 ευρώ ετησίως μέσω των άμεσων και έμμεσων επιδράσεων στην τοπική οικονομία.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους ερευνητές, το πραγματικό όφελος δεν βρίσκεται στη λειτουργία του ίδιου του φορέα, αλλά στις αλλαγές που μπορεί να προκαλέσει στην παραγωγική διαδικασία.
Με βάση τρία διαφορετικά σενάρια, η ετήσια αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας στη Λακωνία εκτιμάται από 4,558 έως 13,68 εκατομμύρια ευρώ.
Στο βασικό σενάριο, το οποίο θεωρείται και το πιθανότερο, η αύξηση φθάνει τα 9,112 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 0,617% του τοπικού ΑΕΠ, ενώ στο αισιόδοξο σενάριο (3%) φτάνει τα 13,668 εκατ. ευρώ (0,926% του ΑΕΠ).

Οι συντάκτες της μελέτης επισημαίνουν ότι τα σενάρια είναι ιδιαίτερα συντηρητικά σε σχέση με τα αποτελέσματα που έχουν καταγραφεί διεθνώς από αντίστοιχες επενδύσεις στην αγροτική έρευνα, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερων αποδόσεων σε βάθος χρόνου.
Η επέκταση της ανάλυσης στο σύνολο της Περιφέρειας Πελοποννήσου, καταδεικνύει, σύμφωνα με τη μελέτη, ότι οι θετικές επιδράσεις δεν περιορίζονται στη Λακωνία. Στο μεσαίο σενάριο, η συνολική ετήσια αύξηση της ΑΠΑ στην Περιφέρεια εκτιμάται σε 21,74 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχεί στο 0,217% του ΑΕΠ της Πελοποννήσου, με τα αντίστοιχα μεγέθη για τα σενάρια 1% και 3% να ανέρχονται σε 0,108% και 0,325%.
Η ανάλυση ευαισθησίας επιβεβαιώνει την ευρωστία των αποτελεσμάτων, με το μεσαίο σενάριο να κυμαίνεται μεταξύ 0,60% και 0,64% του ΑΕΠ για τη Λακωνία και μεταξύ 0,20% και 0,23% για την Πελοπόννησο, ανάλογα με την παραδοχή για την ένταση της εξασθένησης.
Η λειτουργία του Ινστιτούτου αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγικότητας, βελτίωση της ποιότητας και ενίσχυση της εξαγωγικής ικανότητας
ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: Τα τρία σενάρια
Για την εκτίμηση των οικονομικών επιδράσεων, σύμφωνα με τη μελέτη, διαμορφώνονται τρία σενάρια παρέμβασης, τα οποία αποτυπώνουν τους μηχανισμούς μέσω των οποίων το Ινστιτούτο θα επιφέρει αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ).
Τα τρία αυτά σενάρια περιλαμβάνουν:
- Σενάριο Α: Λειτουργία του Ινστιτούτου: Η λειτουργία του Ινστιτούτου δημιουργεί άμεση ζήτηση για μισθοδοσία, λειτουργικές δαπάνες, εξοπλισμό και υπηρεσίες τα οποία εντάσσονται στον κλάδο των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων. Η ετήσια δαπάνη 59.500 ευρώ αποτελεί την αρχική ώθηση.
- Σενάριο Β: Βελτίωση ποιότητας, παραγωγικότητας και τεχνογνωσίας στην πρωτογενή παραγωγή και μεταποίηση: Η λειτουργία του Ινστιτούτου αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγικότητας, βελτίωση της ποιότητας και ενίσχυση της εξαγωγικής ικανότητας. Οι επιδράσεις αυτές μεταφράζονται σε αύξηση της τελικής ζήτησης για προϊόντα γεωργίας και μεταποίησης τροφίμων.
- Σενάριο Γ: Διασύνδεση με τον τουρισμό και τη γαστρονομία: Η ανάπτυξη ελαιοτουρισμού και γαστρονομικών εμπειριών ενισχύει τη ζήτηση για υπηρεσίες φιλοξενίας και εστίασης. Η λειτουργία του Ινστιτούτου μπορεί να τονώσει αυτή τη ζήτηση μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων, επισκέψιμων χώρων και δράσεων προβολής.

Θετικές επιδράσεις και στην Περιφέρεια Πελοποννήσου
Οι θετικές επιδράσεις δεν περιορίζονται στη Λακωνία. Ακόμη και με συντηρητικούς συντελεστές εξασθένησης, η λειτουργία του Ινστιτούτου αναμένεται να αποφέρει σημαντικά οφέλη σε γειτονικές περιφερειακές ενότητες, ιδίως σε αυτές με ισχυρή ελαιοκομική παράδοση, όπως η Μεσσηνία και η Αρκαδία.
Η Περιφέρεια Πελοποννήσου αποτελεί συνεκτικό χώρο για πολιτικές καινοτομίας, όπως αναφέρει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Η γεωγραφική εγγύτητα της Λακωνίας με τις άλλες πελοποννησιακές περιφερειακές ενότητες (εντός των 150-200 χλμ. όπου οι διαρροές είναι ισχυρές) δημιουργεί μια ευνοϊκή βάση για τη δημιουργία ενός περιφερειακού συστήματος αγροδιατροφικής καινοτομίας (regional agri-food innovation system). Η δικτύωση, οι κοινές δράσεις εκπαίδευσης και η καθιέρωση ενιαίων προτύπων ποιότητας και πιστοποίησης μπορούν να ενισχύσουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της Περιφέρειας.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, απαιτείται στοχευμένη περιφερειακή στρατηγική διάχυσης. Για τη μεγιστοποίηση των θετικών επιδράσεων, η λειτουργία του Ινστιτούτου πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη περιφερειακή στρατηγική. Αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει:
α) τη δημιουργία ψηφιακής πλατφόρμας γνώσης για την ελαιοκομία, προσβάσιμης σε όλους τους παραγωγούς,
β) την υλοποίηση προγραμμάτων κινητικότητας και ανταλλαγής καλών πρακτικών μεταξύ των περιφερειακών ενοτήτων,
γ) την εγκαθίδρυση ενός περιφερειακού δικτύου «πρεσβευτών» παραγωγών, και
δ) την ενθάρρυνση της σύναψης συμφωνιών αλυσίδας αξίας μεταξύ παραγωγών, μεταποιητών και τουριστικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Συνολικά, η ανάλυση καταδεικνύει ότι «η ίδρυση του Ινστιτούτου Ελαιοκομίας στη Λακωνία μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη γνώσης για ολόκληρη την Περιφέρεια Πελοποννήσου, συμβάλλοντας στην επίτευξη κλιμακωτών, σωρευτικών και διαπεριφερειακά διάχυτων αναπτυξιακών ωφελειών».






































