Η συζήτηση γύρω από κάθε νέα δέσμη οικονομικών μέτρων, ακολουθεί σχεδόν νομοτελειακά την ίδια διαδρομή. Αναζητούμε τους «κερδισμένους» και τους «χαμένους», υπολογίζουμε πόσα ευρώ θα μείνουν επιπλέον στην τσέπη κάθε νοικοκυριού και εξετάζουμε ποιες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες βρίσκονται στο επίκεντρο της κυβερνητικής πολιτικής. Είναι μια εύλογη προσέγγιση, που όμως έχει ένα μειονέκτημα: όσο περισσότερο η οικονομική πολιτική οργανώνεται γύρω από συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιούχων, τόσο ευκολότερα χάνουμε από το οπτικό μας πεδίο εκείνους που δεν ανήκουν σε καμία από αυτές.
Σε αυτή την κατηγορία βρίσκεται σήμερα ένα μη αμελητέο τμήμα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα. Είναι ο εργαζόμενος άνω των 30 ετών, χωρίς παιδιά, με αποδοχές υψηλότερες από τον κατώτατο μισθό. Δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για κάποιον εύπορο. Μπορεί να είναι ένας υπάλληλος με καθαρές αποδοχές 1.200, 1.400 ή 1.600 ευρώ, ο οποίος πληρώνει ενοίκιο, αντιμετωπίζει το ίδιο αυξημένο κόστος ζωής με όλους τους υπόλοιπους και βλέπει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές να παρακρατούνται στην πηγή πριν ακόμη πιστωθεί ο μισθός στον λογαριασμό του. Είναι, με άλλα λόγια, ένας απολύτως συνηθισμένος εργαζόμενος της ελληνικής μεσαίας τάξης. Ακριβώς γι’ αυτό σπανίως αποτελεί αυτοτελές αντικείμενο δημόσιας πολιτικής.
Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού στα πλαίσια της φετινής ΔΕΘ προσφέρουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η νέα δέσμη μέτρων περιλαμβάνει σημαντικές παρεμβάσεις για οικογένειες με παιδιά, νέους, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες, δημοσίους υπαλλήλους και όσους αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Πολλές από αυτές έχουν προφανή οικονομική ή κοινωνική λογική. Σε μια χώρα με τόσο έντονο δημογραφικό πρόβλημα, η ουσιαστική στήριξη της οικογένειας δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά ανάγκη. Αντίστοιχα, η προσπάθεια να δημιουργηθούν καλύτερες προοπτικές για τους νέους, ύστερα από μια δεκαετία κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος του πιο παραγωγικού ανθρώπινου δυναμικού της χώρας αναζήτησε ευκαιρίες στο εξωτερικό, είναι απαραίτητη.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν αυτές οι ομάδες πρέπει να στηριχθούν. Η αντιπαράθεση μεταξύ του εργαζομένου χωρίς παιδιά και της οικογένειας με παιδιά θα ήταν τόσο κοινωνικά άστοχη όσο και οικονομικά επιφανειακή. Το πραγματικό ερώτημα είναι κατά πόσο ένα σύστημα που προσθέτει συνεχώς στοχευμένες ελαφρύνσεις μπορεί, χωρίς να το επιδιώκει, να μεταφέρει δυσανάλογο μέρος του βάρους σε όσους δεν διαθέτουν κάποιο από τα χαρακτηριστικά που ενεργοποιούν αυτές τις ελαφρύνσεις.
Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός 35χρονου ή 40χρονου μισθωτού στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς παιδιά και με μισθό πάνω από τον κατώτατο. Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν συνεπάγεται αυτομάτως αύξηση των δικών του αποδοχών. Οι νέες ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους τρίτεκνους δεν τον αφορούν, όπως δεν τον αφορούν οι παρεμβάσεις στα τεκμήρια των ελεύθερων επαγγελματιών ή η ειδική φορολογική μεταχείριση των αγροτών. Ούτε, βεβαίως, επωφελείται από μισθολογικές παρεμβάσεις που περιορίζονται στον δημόσιο τομέα. Για τον συγκεκριμένο εργαζόμενο, η βασική νέα οριζόντια παρέμβαση είναι η προγραμματισμένη μείωση κατά μισή ποσοστιαία μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου από τον Απρίλιο του 2027. Πρόκειται αναμφίβολα για ελάφρυνση, αλλά το μέγεθός της δύσκολα μεταβάλλει ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα ενός νοικοκυριού.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η φορολογική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι υψηλή. Σύμφωνα με τα τελευταία συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ, το λεγόμενο tax wedge —η συνολική επιβάρυνση από φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη ως ποσοστό του συνολικού κόστους εργασίας— για έναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά που αμείβεται με τον μέσο μισθό ανερχόταν το 2025 στο 39,3%, έναντι 35,1% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Η διαφορά των τεσσάρων και πλέον ποσοστιαίων μονάδων δεν αποδεικνύει από μόνη της κοινωνική αδικία, όμως αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που συχνά χάνεται μέσα στη συζήτηση για επιδόματα και επιμέρους φορολογικές ελαφρύνσεις: η κανονική, δηλωμένη μισθωτή εργασία εξακολουθεί να επιβαρύνεται σημαντικά.
Υπάρχει μάλιστα μια ιδιαιτερότητα που καθιστά αυτή την κατηγορία εργαζομένων εξαιρετικά σημαντική για τα δημόσια έσοδα. Ο μισθωτός δεν έχει ουσιαστικά τη δυνατότητα να επιλέξει πότε και πόσο φόρο θα καταβάλει. Το εισόδημά του είναι πλήρως ορατό, ο φόρος παρακρατείται στην πηγή και το ίδιο συμβαίνει με τις ασφαλιστικές εισφορές. Από τη σκοπιά του κράτους είναι, κατά μία έννοια, ο ιδανικός φορολογούμενος: συνεπής όχι μόνο επειδή θέλει να είναι, αλλά επειδή το ίδιο το σύστημα καθιστά τη φορολογική του συμμόρφωση σχεδόν αυτόματη. Αυτή ακριβώς η προβλεψιμότητα, όμως, δημιουργεί έναν παράδοξο κίνδυνο. Όσο περισσότερο θεωρείται δεδομένη η συνεισφορά του, τόσο ευκολότερα μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη και η αντοχή του.
Για λόγους ακρίβειας, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι μισθωτοί άνω των 30 ετών χωρίς παιδιά δεν έχουν μείνει συνολικά εκτός των φορολογικών ελαφρύνσεων των τελευταίων ετών. Από το φορολογικό έτος 2026 η γενική κλίμακα φορολογίας εισοδήματος έγινε ευνοϊκότερη, με μειώσεις συντελεστών που αφορούν και τη συγκεκριμένη κατηγορία. Επομένως, η εικόνα ενός εργαζομένου που «δεν έχει πάρει ποτέ τίποτα» θα ήταν ανακριβής και τελικά θα αδικούσε το ίδιο το επιχείρημα. Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο: όταν δημιουργείται νέος δημοσιονομικός χώρος και αυτός κατανέμεται μέσω ολοένα περισσότερων στοχευμένων πολιτικών, ποια θέση καταλαμβάνει ο εργαζόμενος που δεν ανήκει σε καμία ειδική κατηγορία;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον αν ξεφύγουμε για λίγο από τη στενή λογιστική των φορολογικών μέτρων. Ένα κοινωνικό κράτος λειτουργεί εξ ορισμού μέσω της αναδιανομής. Ο άνθρωπος που δεν έχει παιδιά χρηματοδοτεί μέσω των φόρων του τη δημόσια εκπαίδευση. Ο εργαζόμενος χρηματοδοτεί συντάξεις που ο ίδιος θα λάβει δεκαετίες αργότερα. Ο υγιής πολίτης συμμετέχει στη χρηματοδότηση ενός συστήματος υγείας ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες δεν το χρησιμοποιεί. Αυτή δεν είναι στρέβλωση του συστήματος, είναι η ουσία του. Η κοινωνική αλληλεγγύη δεν μπορεί να λειτουργήσει με τη λογική ότι καθένας πρέπει κάθε χρόνο να εισπράττει από το κράτος όσα ακριβώς κατέβαλε.
Υπάρχει, όμως, μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αλληλεγγύη και στην αίσθηση μονιμότητας της επιβάρυνσης. Οι εργαζόμενοι χωρίς παιδιά, για παράδειγμα, όχι μόνο συμμετέχουν —και ορθώς— στη χρηματοδότηση πολιτικών για την οικογένεια, αλλά συχνά συμμετέχουν έμμεσα και στην καθημερινή υποστήριξη αυτών των πολιτικών μέσα στον χώρο εργασίας. Όταν ένας συνάδελφος απουσιάζει λόγω γονικής άδειας ή όταν απαιτείται μεγαλύτερη ευελιξία για οικογενειακούς λόγους, κάποιος άλλος καλύπτει συχνά μέρος του κενού. Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα εναντίον των γονικών, υπενθυμίζει όμως, ότι η κοινωνική αλληλεγγύη έχει και μια λιγότερο ορατή πλευρά: εκείνους που επιτρέπουν στο σύστημα να λειτουργεί χωρίς οι ίδιοι να εμφανίζονται ποτέ στους πίνακες των δικαιούχων.
Το ευρύτερο ζήτημα, επομένως, αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μεσαία τάξη. Στον δημόσιο διάλογο συχνά συγχέουμε το «δεν είναι φτωχός» με το «είναι οικονομικά άνετος». Πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικές έννοιες. Ένας εργαζόμενος που κερδίζει αρκετά περισσότερο από τον κατώτατο μισθό μπορεί να μη δικαιούται σειρά ενισχύσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κόστος στέγασης, τροφίμων, ενέργειας και υπηρεσιών δεν απορροφά μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός του. Και όσο οι ονομαστικές αποδοχές αυξάνονται, προκύπτει ένα επιπλέον ζήτημα: εάν τα φορολογικά κλιμάκια δεν προσαρμόζονται επαρκώς, μέρος μιας ονομαστικής μισθολογικής αύξησης μπορεί να χάνεται μέσω της λεγόμενης δημοσιονομικής διολίσθησης (fiscal drag), χωρίς να έχει υπάρξει πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Γι’ αυτό και ίσως είναι καιρός η συζήτηση να μετακινηθεί από μια αποκλειστική «πολιτική κατηγοριών» προς μια ευρύτερη πολιτική για την εργασία. Η απάντηση στην υπερφορολόγηση του μισθωτού χωρίς παιδιά δεν είναι να περιοριστεί η στήριξη του γονέα. Η απάντηση στη φορολογική ελάφρυνση του ελεύθερου επαγγελματία δεν είναι να αυξηθεί ξανά η δική του επιβάρυνση.
Ούτε η βελτίωση των αποδοχών στον δημόσιο τομέα δικαιολογεί μια τεχνητή αντιπαράθεση με τον ιδιωτικό. Μια σοβαρή οικονομική πολιτική δεν χρειάζεται να επιλέξει ποια κοινωνική ομάδα θα χάσει για να κερδίσει κάποια άλλη. Αντίθετα, χρειάζεται να αναζητήσει τρόπους ώστε η ίδια η παραγωγική εργασία να επιβαρύνεται λιγότερο, ανεξάρτητα από την οικογενειακή κατάσταση ή την επαγγελματική ταυτότητα του εργαζομένου.
Η περαιτέρω αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος αυτής της στρατηγικής, όπως και μια συστηματικότερη προσαρμογή της φορολογικής κλίμακας ώστε οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών να μη μετατρέπονται σιωπηρά σε υψηλότερη πραγματική φορολόγηση. Κυρίως, όμως, απαιτείται μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε κάθε νέο οικονομικό πακέτο. Δεν αρκεί να μετράμε πόσοι πολίτες λαμβάνουν μια νέα παροχή και πόσο κοστίζει αυτή στον προϋπολογισμό. Χρειάζεται να εξετάζουμε και τη σωρευτική επίδραση του συστήματος σε εκείνους που βρίσκονται μονίμως έξω από τις περισσότερες στοχευμένες παρεμβάσεις.
Η κοινωνική πολιτική οφείλει να κάνει διακρίσεις, με την καλή έννοια του όρου. Οφείλει να δίνει περισσότερα εκεί όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες, να προστατεύει την οικογένεια, να αντιμετωπίζει τη φτώχεια και να απαντά στο δημογραφικό. Η επιτυχία της, όμως, δεν κρίνεται μόνο από το πόσο αποτελεσματικά εντοπίζει εκείνους που χρειάζονται περισσότερη βοήθεια. Κρίνεται και από το αν διατηρεί μια στοιχειώδη αίσθηση ισορροπίας για εκείνους από τους οποίους ζητά σταθερά περισσότερη συνεισφορά.
Ο μισθωτός της μεσαίας τάξης που εργάζεται, φορολογείται κανονικά και δεν εντάσσεται σε κάποια ειδική κατηγορία δεν είναι κοινωνικά ευάλωτος με την παραδοσιακή έννοια. Και δεν χρειάζεται να τον παρουσιάσουμε ως τέτοιο για να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα. Χρειάζεται απλώς να μην κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε ότι, επειδή στέκεται ακόμη όρθιος χωρίς ιδιαίτερη κρατική βοήθεια, μπορεί να σηκώνει επ’ αόριστον οποιοδήποτε βάρος του αναλογεί.
Γιατί ένα κοινωνικό κράτος χρειάζεται εκείνους που έχουν ανάγκη τη στήριξή του. Χρειάζεται όμως εξίσου και εκείνους που το στηρίζουν. Και η δεύτερη κατηγορία δεν πρέπει να γίνεται αόρατη ακριβώς επειδή μέχρι σήμερα υπήρξε συνεπής.

























![Υποχρεωτική Ηλεκτρονική Τιμολόγηση [Μέρος 2ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/syntaxeis_epidomata.jpg)






![Online σουπερμάρκετ: Σε ανοδική τροχιά οι πωλήσεις το 2026 – Το μερίδιο στην ελληνική αγορά και οι παραγγελίες [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/09/odigosonline-agoron.jpg)






