Στο ερώτημα αν η αποκατάσταση – φυσική ή τεχνητή – σε μια καμένη έκταση πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία ενός όμοιου οικοσυστήματος με εκείνο που προϋπήρχε της πυρκαγιάς η απάντηση τις περισσότερες φορές είναι θετική. Αν και υπάρχουν περιπτώσεις όπου, βάσει επιστημονικής τεκμηρίωσης, επιλέγεται διαφορετική λύση.

Σε αυτές τις λύσεις επικεντρώνεται και σε γνωμοδότησή της η Επιτροπή «Φύση 2000», δηλαδή το κεντρικό επιστημονικό γνωμοδοτικό όργανο του κράτους για το συντονισμό, την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών και μέτρων προστασίας της ελληνικής βιοποικιλότητας. Μάλιστα, όπως αναφέρει κυβερνητική πηγή, τη συγκεκριμένη γνωμοδότηση έλαβαν προ ημερών το γραφείο του Πρωθυπουργού, οι Επιτροπές της Βουλής και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ).

Ειδικότερα, οι επιστήμονες που μετέχουν στην Επιτροπή, έπειτα από συζήτηση, κατέληξαν ομόφωνα στις περιπτώσεις στις οποίες η αποκατάσταση μπορεί να έχει στόχο τη δημιουργία διαφορετικού οικοσυστήματος από το προϋπάρχον. Η πρώτη αφορά στην περίπτωση που η καμένη έκταση ήταν αναδασωμένη με πεύκα σε περιοχή όπου η φυσική βλάστηση αποτελείται από πλατύφυλλα είδη (π.χ. δρύς, οξιά, πλατάνι). Σε τέτοιες περιοχές πρέπει να εξεταστεί αν, από οικολογική άποψη, μπορεί να γίνει αποκατάσταση ή να ενισχυθεί η αναγέννηση της βλάστησης των πλατύφυλλων ειδών.

Η δεύτερη αφορά σε περιπτώσεις που η καμένη βλάστηση αποτελούνταν από αυτοφυή και αυτόχθονα είδη, αλλά επιχειρείται μετατροπή της σύνθεσης και της δομής της προϋπάρχουσας βλάστησης με σκοπό την αντιμετώπιση πυρκαγιών στο μέλλον (π.χ. μείωση της αναφλεξιμότητας της βλάστησης και της ταχύτητας εξάπλωσης της πυρκαγιάς) ή και τη βελτίωση της διατήρησης της βιοποικιλότητας. Τέτοιες παρεμβάσεις, σύμφωνα με τους ειδικούς της Επιτροπής, θα πρέπει να είναι σημειακές, να πραγματοποιούνται λαμβάνοντας υπόψη και διασφαλίζοντας τη διατήρηση προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών χλωρίδας, αλλά και πανίδας, στηριζόμενες σε διεπιστημονική προσέγγιση.

Ενδεικτικά, σε περιοχές, όπου προϋπήρχε, από ιστορικές καταγραφές, π.χ. ένα είδος βελανιδιάς, το οποίο στις μέρες μας είχε αντικατασταθεί με πεύκο, θα μπορούσε το συγκεκριμένο είδος να χρησιμοποιηθεί για αποκαταστάσεις τοπίου, εφόσον δεν υπάρξει φυσική αναγέννηση. Εκτεταμένα δάση βελανιδιάς υπήρχαν κατά την αρχαιότητα. Η ήμερη βελανιδιά, ανάμεσα σε άλλα είδη της ελληνικής χλωρίδας, μπορεί να αποτελέσει για τη Νότια και Κεντρική Ελλάδα ένα ιδανικό είδος δέντρου, για την αποκατάσταση ειδικά σε πυρόπληκτες περιοχές χαμηλών υψομέτρων.

Ωστόσο, όπως τονίζεται στη γνωμοδότηση, μια τέτοια αποκατάσταση θα πρέπει να επιχειρηθεί μόνο σε περιοχές όπου οι οικολογικές συνθήκες το επιτρέπουν, δηλαδή εφόσον δεν υπάρχει φυσική αναγέννηση (όπως αναμένεται στην περίπτωση καμένων εκτάσεων με ευβοϊκή βελανιδιά στη Βόρεια Εύβοια), και έχουν ήδη δοκιμαστεί τέτοιες μέθοδοι σε πειραματικές ή πιλοτικές εφαρμογές σε μικρή κλίμακα και σε περιοχές όπου η προστασία έναντι των πυρκαγιών αποτελεί προτεραιότητα (π.χ. περιφερειακά οικιστικών περιοχών). Συνεπώς, δεν προτείνεται σε καμιά περίπτωση τέτοιου είδους αποκαταστάσεις να υλοποιηθούν άμεσα και σε μεγάλη κλίμακα.

Βασικές αρχές στην αποκατάσταση καμένων οικοσυστημάτων

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την Επιτροπή ΦΥΣΗ 2000 οι βασικές αρχές που θα πρέπει να υιοθετηθούν για την αποκατάσταση των καμένων οικοσυστημάτων, όπως αυτών που επλήγησαν φέτος το καλοκαίρι, είναι οι εξής:

Χαρτογράφηση της καμένης έκτασης και αξιολόγηση της δριμύτητας της πυρκαγιάς στα δασοπονικά είδη και στο έδαφος. Ακολουθούν τα έργα αποτροπής των άμεσων κινδύνων, όπως η διάβρωση του εδάφους, με τρόπο που να προκαλεί το μικρότερο κίνδυνο στην αναμενόμενη φυσική αναγέννηση.

Αποκατάσταση της φυσικής βλάστησης, με φυσική αναγέννηση των αυτόχθονων ειδών. Γι΄ αυτό πρέπει να ληφθούν μέτρα προστασίας (π.χ. νομική προστασία καμένων περιοχών, προστασία από τη βόσκηση, την αλλαγή χρήσης γης κλπ.).

Επιστημονικά ορθή παρακολούθηση της πορείας της φυσικής αναγέννησης και ενίσχυσή της μέσω κατάλληλων τεχνικών αποκατάστασης σε όποιες περιοχές η φυσική αναγέννηση δεν πραγματοποιείται σε ικανοποιητικό βαθμό. Μόνο είδη που εμφανίζονται φυσικά στη «δεξαμενή» των ειδών της περιοχής θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν στην αποκατάσταση της βλάστησης. Είναι λάθος να χρησιμοποιείται στην αποκατάσταση της βλάστησης, για παράδειγμα, στη βόρεια Εύβοια γενετικό υλικό που προέρχεται από την Χαλκιδική ή ακόμα χειρότερα από άλλη χώρα.

Πλέγμα προστασίας η ποικιλία των ειδών

Τέλος, η Επιτροπή ΦΥΣΗ 2000 εστιάζει στη λήψη ορισμένων μέτρων και στην εφαρμογή δράσεων κατά την αποκατάσταση καμένων εκτάσεων, οι οποίες ενισχύουν τη διαχείριση των οικοσυστημάτων και στοχεύουν στην πρόληψη έναντι επόμενων πυρκαγιών, αλλά και στην καλύτερη προετοιμασία για τυχόν επόμενα συμβάντα. Όπως επισημαίνουν τα μέλη της, απαιτείται προσαρμογή της διαχείρισης των δασών και της αντίστοιχης νομοθεσίας που τη διέπει, σύμφωνα με σύγχρονες επιστημονικές θεωρήσεις και πρακτικές. Για παράδειγμα η δημιουργία ενός πιο ποικίλου τοπίου από άποψη δομής και σύνθεσης βλάστησης μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τους σκοπούς πρόληψης έναντι των πυρκαγιών, ανθεκτικότητας των οικοσυστημάτων στην κλιματική κρίση και προστασίας της βιοποικιλότητας.

Ενδεικτικά, σε αρκετές περιπτώσεις ένα τοπίο που αποτελεί ένα μωσαϊκό από δάση, θαμνώνες και λιβάδια εξυπηρετεί πολύ καλύτερα την πρόληψη έναντι των πυρκαγιών, αλλά και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, σε σύγκριση με ένα τοπίο αμιγώς δασοσκεπές. Απαιτείται ωστόσο και ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκατάλειψης της γης σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές π.χ. με πιθανά οικονομικά μέτρα και φορολογικά κίνητρα για την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης με έμφαση στην αναζωογόνηση της δασοπονίας, της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Green
Κλιματική αλλαγή – Τι αναμένεται από τη G20 στη Ρώμη – Ποιοι δεν θα παραστούν
Green |

Κλιματική αλλαγή: Τι αναμένεται από τη G20 στη Ρώμη - Ποιοι δεν θα παραστούν

Η ανάγκη περιορισμού των εκπομπών θα είναι ψηλά στην ατζέντα της συνάντησης των G20 της Ρώμης στις 30-31 Οκτωβρίου, η οποία θεωρείται καθοριστική για τις ευρύτερες συνομιλίες της COP 26, που θα ακολουθήσουν, στη Γλασκώβη