Η βιομηχανία τροφίμων-ποτών, στην Ελλάδα, δεν είναι ένας απλός παραγωγικός κλάδος. Είναι ένας ζωτικός εθνικός τομέας, ο οποίος συνδέεται με τον πολιτισμό, την τουριστική δραστηριότητα, τη φήμη της χώρας εκτός των συνόρων της, την αγροτική της παραγωγή και τη δημογραφία της.
Υπό αυτή την έννοια, η παραγωγή τροφίμων και ποτών είναι ένας περίπλοκος τομέας, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό συνδέεται και με την εθνική κουλτούρα. Γίνεται αυτονόητο έτσι ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου αποτελούν πολυσύνθετα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά κύτταρα με μεγάλη σημασία.
«Πες μου τι τρως, να σου πω ποιος είσαι» λένε οι Γάλλοι και υπονοούν περισσότερα από μια διατύπωση. Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το σύνθετο περιβάλλον, οι επιχειρήσεις του κλάδου βρίσκονται αντιμέτωπες με ποικίλα ζητήματα, που πάνε από την εφοδιαστική αλυσίδα και την κλιματική αλλαγή έως το θεσμό της οικογενείας και τη γεννητικότητα.
Προέχει έτσι στο αμιγώς οικονομικό επίπεδο να δούμε ποια προβλήματα αντιμετωπίζει γενικά η βιομηχανία τροφίμων-ποτών και ποιες είναι οι προκλήσεις που έρχονται για τις επιχειρήσεις που τη συνθέτουν.
Μια πρώτη και σοβαρή πρόκληση είναι οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι αλλαγές στη ζήτηση και την προσφορά, καθώς και τα προβλήματα με τις μεταφορές μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε ελλείψεις, καθυστερήσεις και υψηλότερα έξοδα. Αυτό το πρόβλημα καθίσταται πιο δύσκολο από την κλιματική αλλαγή, η οποία έχει αντίκτυπο στη διαθεσιμότητα πρώτων υλών και στην παραγωγή των καλλιεργειών.
Οι εταιρείες τροφίμων και ποτών μπορούν να διαφοροποιήσουν τους προμηθευτές τους, να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία για να βελτιώσουν τις προβλέψεις, να ενισχύσουν τις σχέσεις τους με τους προμηθευτές και να αυξήσουν την ευελιξία τους, προκειμένου να μειώσουν τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η ανθεκτικότητα μπορεί να διασφαλιστεί περαιτέρω με την εφαρμογή της βιωσιμότητας και της διαχείρισης κινδύνων. Αυτό θα επιτρέψει την ταχεία προσαρμοστικότητα σε απρόβλεπτα εμπόδια.
Μια δεύτερη πρόκληση είναι αυτή της κλιματικής αλλαγής και της βιωσιμότητας.
Η παραγωγή τροφίμων και ποτών επηρεάζεται σοβαρά από την κλιματική αλλαγή, η οποία έχει επίσης αντίκτυπο στις γεωργικές αποδόσεις, τις τιμές και τη βιωσιμότητα. Η άνοδος της θερμοκρασίας, τα ακραία καιρικά φαινόμενα όπως οι πλημμύρες και οι ξηρασίες, καθώς και οι μεταβαλλόμενες εποχές, συμβάλλουν σε αλλαγές στην ποιότητα και τη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών, γεγονός που δημιουργεί τρωτά σημεία στην αλυσίδα εφοδιασμού.
Οι κίνδυνοι για την ασφάλεια των τροφίμων αυξάνονται επίσης, συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων μυκοτοξινών, του υποβαθμισμένου εδάφους και των δυσκολιών στον έλεγχο των σκληρών καιρικών φαινομένων. Η βιομηχανία πρέπει να δώσει προτεραιότητα στη βιωσιμότητα προκειμένου να ξεπεράσει αυτά τα εμπόδια Σύμφωνα με το Climate Trade, η γεωργία και το λιανικό εμπόριο τροφίμων είναι δύο από τις πιο ρυπογόνες βιομηχανίες στον κόσμο.
Επομένως, η βιομηχανία θα πρέπει να επιδιώξει μηδενικές καθαρές εκπομπές, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ευρύτερες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η οικοδόμηση ανθεκτικότητας πέρα από την αντιστάθμιση άνθρακα, η προσαρμογή των αλυσίδων εφοδιασμού στις κλιματικές αλλαγές και η χάραξη μακροπρόθεσμων σχεδίων ενόψει της αβεβαιότητας της αγοράς είναι όλες σημαντικές στρατηγικές, που έχουν κόστος.
Τρίτη πρόκληση για τη βιομηχανία τροφίμων είναι η ασφάλεια και η ποιότητα των προϊόντων της.
Όπως επισημαίνει ο Ρίτσαρντ Γουντουώρντ, διευθυντής προϊόντων στην εταιρία Distrelec «οι κίνδυνοι μόλυνσης, οι τροφιμογενείς ασθένειες και τα αυστηρά κανονιστικά πρότυπα είναι οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από τις ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια και την ποιότητα των τροφίμων στον κλάδο τροφίμων και ποτών.
Η διαχείριση της ψυχρής αλυσίδας αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική πρόκληση για τη βιομηχανία τροφίμων. Οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού που εισάγουν ασυνεπή πρότυπα ασφαλείας και η αυξημένη προτίμηση των πελατών για ελάχιστα επεξεργασμένα, φρέσκα τρόφιμα επιδεινώνουν αυτές τις δυσκολίες.
Επειδή αυτά τα είδη έχουν μικρότερη διάρκεια ζωής και είναι πιο επιρρεπή στην ανάπτυξη μικροβίων, η διατήρηση της ασφάλειας τροφίμων καθίσταται πιο δύσκολη ως αποτέλεσμα αυτών των προτιμήσεων».
Σημαντική, τέλος, πρόκληση για τη βιομηχανία τροφίμων-ποτών, είναι η αλλαγή των προτιμήσεων των καταναλωτών.
Κατά την επιθεώρηση «Know How», ο τομέας τροφίμων και ποτών αντιμετωπίζει την πρόκληση να αναπτύξει και να διαφοροποιήσει τις προσφορές του λόγω των μεταβαλλόμενων προτιμήσεων των καταναλωτών για πιο υγιεινές και βιώσιμες επιλογές τροφίμων, όπως βιολογικά, μη ΓΤΟ και προϊόντα χωρίς τεχνητά πρόσθετα, καθώς και της ανάγκης για , φυτικές και εναλλακτικές πρωτεΐνες.
Η δημιουργία προϊόντων πρέπει να αλλάξει στρατηγικά για να καλύψει τις ανάγκες των καταναλωτών που ενδιαφέρονται για το περιβάλλον και των καταναλωτών που είναι χορτοφάγοι και ευαίσθητοι στην υγεία. Η ανάπτυξη προϊόντων που ανταποκρίνονται σε αυτές τις απαιτήσεις των πελατών μέσω της χρήσης τεχνολογίας αιχμής τροφίμων, βιώσιμων πρακτικών προμήθειας και καινοτόμων συστατικών καθίσταται δυνατή με την επένδυση στην έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α).
Οι εταιρείες θα πρέπει να συνεργάζονται με νεοσύστατες επιχειρήσεις και ακαδημαϊκά ιδρύματα για να αποκτήσουν πρόσβαση σε πρωτοποριακές καινοτομίες τροφίμων και σε γνώσεις καταναλωτών, προκειμένου να ανταποκριθούν αποτελεσματικά σε αυτές τις τάσεις. Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης των πελατών μπορεί να επιτευχθεί μέσω του ανοιχτού μάρκετινγκ και της σαφούς επισήμανσης σχετικά με τα οφέλη των προϊόντων για την υγεία και το περιβάλλον.
Οι εταιρείες πρέπει επίσης να διασφαλίσουν ότι η βιώσιμη παραγωγή υποστηρίζεται στα δίκτυα προμηθευτών τους. Εφαρμόζοντας αυτές τις τακτικές, οι επιχειρήσεις μπορούν να μετατρέψουν τη δυσκολία της αλλαγής των προτιμήσεων των καταναλωτών σε μια ευκαιρία να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην παραγωγή προϊόντων που σέβονται το περιβάλλον και την υγεία.
Συνοπτικά, η υπέρβαση των προκλήσεων και εμποδίων που έχει μπροστά της η βιομηχανία τροφίμων-ποτών, απαιτεί όχι μόνο εστίαση στη βιωσιμότητα και την καινοτομία, αλλά και αποτελεσματική χρήση της τεχνολογίας.
Η οικοδόμηση ανθεκτικότητας και η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας θα απαιτήσουν τη συγχώνευση του στρατηγικού σχεδιασμού με τις τεχνικές εξελίξεις καθώς η επιχείρηση αναπτύσσεται. Αυτή η στρατηγική όχι μόνο θα λύσει τα προβλήματα του σήμερα, αλλά θα ανοίξει και την πόρτα σε ένα μέλλον που είναι πιο προσαρμόσιμο και επικεντρωμένο στον πελάτη






































