Περισσότερες από εκατό ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν και ενώ οι εκεχειρίες καταρρέουν και επανέρχονται με ταχύτητα, ένα ερώτημα αρχίζει να απασχολεί ολοένα και περισσότερο αναλυτές, διπλωμάτες αλλά και ακαδημαϊκούς: μήπως η ιρανική «περιπέτεια» του Ντόναλντ Τραμπ, όπως την είχε χαρακτηρίσει και ο ίδιος, εξελίσσεται σε μια σύγχρονη εκδοχή του Βιετνάμ; Παρότι η κλίμακα των δύο πολέμων είναι εντελώς διαφορετική, οι πολιτικές και στρατηγικές αναλογίες γίνονται όλο και πιο εμφανείς.
Ο πόλεμος του Τραμπ που δεν έχει τέλος
Η αφορμή για τη συζήτηση δόθηκε από τη συνεχιζόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με το CNBC, το Ιράν ανακοίνωσε ότι διακόπτει προσωρινά τα πλήγματά του κατά του Ισραήλ, προειδοποιώντας όμως ότι θα επανέλθει εάν συνεχιστούν οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου δήλωσε ότι ο πόλεμος εναντίον του Ιράν και της Χεζμπολάχ «δεν έχει ακόμη τελειώσει», ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέμενε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη οι «τελικές» διαπραγματεύσεις για την ειρήνη. Σύμφωνα με το CNBC.
Η αναλογία με το Βιετνάμ
Για τον διπλωματικό συντάκτη της Guardian, Patrick Wintour, το ζήτημα δεν είναι αν η σύγκρουση με το Ιράν θα συγκριθεί αριθμητικά με το Βιετνάμ, αλλά αν θα αποδειχθεί μεγαλύτερο γεωπολιτικό σημείο καμπής για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο πόλεμος αποκάλυψε τα όρια της αμερικανικής ισχύος σε έναν παγκοσμιοποιημένο και αλληλοεξαρτώμενο κόσμο, όπου η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται πλέον πολιτική επιτυχία.
Η ιστορία του Βιετνάμ προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο. Όταν ο πρόεδρος Lyndon B. Johnson κλιμάκωσε τον πόλεμο τη δεκαετία του 1960, πίστευε ότι η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή θα μπορούσε να επιβάλει μια ευνοϊκή πολιτική λύση.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν εγκλωβισμένες σε έναν μακρόχρονο πόλεμο φθοράς, χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου. Ο Wintour υποστηρίζει ότι κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συνέβη και στο Ιράν, όπου οι αρχικοί στόχοι μεταβάλλονταν διαρκώς και η υπόσχεση για γρήγορη νίκη έδωσε τη θέση της σε αβέβαιες διαπραγματεύσεις.
Η μεγάλη ακαδημαϊκή διαμάχη για την ήττα στο Βιετνάμ
Ωστόσο, η πιο ενδιαφέρουσα σύγκριση ίσως να μην αφορά το πεδίο της μάχης αλλά το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο των Ηνωμένων Πολιτειών. Στη βιβλιογραφία για το Βιετνάμ υπάρχει μια μακρά ακαδημαϊκή διαμάχη σχετικά με τους λόγους της αμερικανικής αποτυχίας. Μια παλαιότερη συντηρητική ερμηνεία υποστήριζε ότι οι ΗΠΑ «μαχαιρώθηκαν πισώπλατα» από πολιτικούς αντιπάλους, δημοσιογράφους και αντιπολεμικά κινήματα.
Αντίθετα, πολλοί ιστορικοί υποστήριξαν ότι η πολιτική συναίνεση κατέρρευσε επειδή ο πόλεμος δεν μπορούσε να επιτύχει τους στόχους του και επειδή η πραγματικότητα του πολέμου δεν μπορούσε πλέον να μείνει κρυφή.
Η πολιτική διάσταση είναι κρίσιμη. Πολλοί μελετητές έχουν δείξει ότι οι πόλεμοι συνήθως διατηρούνται όσο υπάρχει ισχυρή διακομματική υποστήριξη στις ελίτ.
Όταν όμως αρχίζουν οι σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των πολιτικών ηγετών, τότε τα μέσα ενημέρωσης αποκτούν μεγαλύτερο περιθώριο να προβάλουν επικριτικές φωνές και η κοινή γνώμη μεταβάλλεται ταχύτερα.
Με άλλα λόγια, η μεταστροφή της κοινής γνώμης στο Βιετνάμ δεν προκλήθηκε αποκλειστικά από τα ΜΜΕ. Είχε προηγηθεί η διάρρηξη της πολιτικής συναίνεσης στην Ουάσιγκτον.
Ο μύθος των μέσων ενημέρωσης
Αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύει και ο δημοσιογράφος Norman Solomon στο άρθρο του για τα πενήντα χρόνια από την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Βιετνάμ.
Ο Σόλομον αμφισβητεί τον διαδεδομένο μύθο ότι τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης γύρισαν την κοινή γνώμη εναντίον του πολέμου.
Υποστηρίζει ότι τα περισσότερα μεγάλα μέσα αναπαρήγαγαν επί χρόνια τις επίσημες κυβερνητικές αφηγήσεις και ότι η κριτική τους ήρθε πολύ αργά, όταν πλέον οι στρατιωτικές και πολιτικές αποτυχίες ήταν εμφανείς.
Daniel Hallin: Η τηλεόραση δεν ήταν αντιπολεμική
Όπως εξηγεί ο Σόλομον, ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάλυση του κορυφαίου μελετητή των μέσων ενημέρωσης Daniel Hallin, στο κλασικό του έργο The “Uncensored War”.
Στην έρευνά του για τον πόλεμο του Βιετνάμ κατέληξε ότι η τηλεοπτική κάλυψη όχι μόνο δεν υπήρξε εγγενώς αντιπολεμική, αλλά σε μεγάλο βαθμό αναπαρήγαγε τις προτεραιότητες και το πλαίσιο της αμερικανικής κυβέρνησης.
Όπως προκύπτει και από τη σύγχρονη βιβλιογραφία και αναλύσεις που συνοψίζονται στην Guardian, η τηλεόραση του πολέμου δεν λειτούργησε ως «αντίβαρο» στην επίσημη αφήγηση. Αντίθετα, συχνά συνέβαλε στη διαμόρφωσή της: οι Βορειοβιετναμέζοι και οι δυνάμεις των Βιετκόνγκ παρουσιάζονταν με όρους όπως «φανατικοί» ή «σχεδόν απάνθρωποι», ενώ ο εχθρός απογυμνωνόταν από πολιτικά και ανθρώπινα χαρακτηριστικά, σε μια διαδικασία συστηματικής «απανθρωποποίησης».
Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Hallin, η τηλεόραση «απανθρωποποίησε τον εχθρό», παρουσιάζοντας τον αντίπαλο σχεδόν εκτός της ανθρώπινης κοινότητας. Αυτή η οπτική δεν ήταν απλώς αισθητική επιλογή, αλλά είχε πολιτικές συνέπειες: η τηλεοπτική κάλυψη συχνά ενίσχυε, αντί να αποδυναμώνει, την υποστήριξη προς τον πόλεμο.
Χαρακτηριστικά, έρευνες της εποχής που καταγράφονται και σε μεταγενέστερες αναλύσεις δείχνουν ότι περίπου 64% των τηλεθεατών δήλωναν πως η τηλεοπτική κάλυψη αύξησε τη στήριξή τους στον πόλεμο, ενώ μόλις ένα μικρότερο ποσοστό ανέφερε το αντίθετο. Με άλλα λόγια, η τηλεόραση δεν υπήρξε «μηχανισμός αντιπολεμικής αφύπνισης», αλλά σε μεγάλο βαθμό μέσο σταθεροποίησης της κυρίαρχης αφήγησης.
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι ότι η κάλυψη λειτουργούσε συχνά με όρους που πλησίαζαν τη λογική της επίσημης ενημέρωσης: οι δημοσιογράφοι βασίζονταν σε στρατιωτικές πηγές και κυβερνητικές ανακοινώσεις, αναπαράγοντας ένα πλαίσιο όπου οι στόχοι του πολέμου σπάνια αμφισβητούνταν επί της ουσίας.
Η έρευνα της εποχής επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι η τηλεοπτική κάλυψη στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ενίσχυε περισσότερο την υποστήριξη προς τον πόλεμο παρά την αντίθεση σε αυτόν. Οι εικόνες που αργότερα έμειναν στην ιστορία ως σύμβολα αντιπολεμικής δημοσιογραφίας ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.
Θα επαναληφθεί το ίδιο μοτίβο στο Ιράν;
Αυτή η ιστορική εμπειρία αποκτά νέα σημασία στην περίπτωση του Ιράν. Εάν ο πόλεμος εξελιχθεί σε πολιτικό βάρος για τον Τραμπ, η αιτία ενδέχεται να μην είναι η κριτική των μέσων ενημέρωσης καθαυτή.
Αντίθετα, μπορεί να προκύψει από τη σταδιακή διάβρωση της πολιτικής στήριξης, από το οικονομικό κόστος και από την αδυναμία επίτευξης ξεκάθαρων στρατηγικών στόχων. Η ιστορία του Βιετνάμ δείχνει ότι όταν η ελίτ παύει να συμφωνεί, τότε η δημόσια συζήτηση αλλάζει δραματικά.
Η ιστορία του Βιετνάμ δείχνει ότι όταν η ελίτ παύει να συμφωνεί, τότε η δημόσια συζήτηση αλλάζει δραματικά
Οι γεωπολιτικές συνέπειες πέρα από το πεδίο της μάχης
Οι διεθνείς συνέπειες μπορεί επίσης να είναι βαθιές. Ο Wintour υποστηρίζει ότι η σύγκρουση έχει ήδη ωθήσει τις μοναρχίες του Κόλπου να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με την Ουάσιγκτον.
Η αμερικανική υπεροχή σε πυραύλους και αεροπορικά μέσα δεν μετουσιώθηκε σε αποφασιστική νίκη, ενώ το κόστος για την αμερικανική οικονομία και τα στρατηγικά αποθέματα αυξήθηκε σημαντικά.
Ταυτόχρονα, το Ιράν φαίνεται να έχει αξιοποιήσει τη γεωγραφική του θέση, ιδιαίτερα σε σχέση με τα Στενά του Ορμούζ, ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης.
Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η Τεχεράνη βγήκε από τη σύγκρουση αποδυναμωμένη οικονομικά αλλά ενισχυμένη πολιτικά στο εσωτερικό της χώρας, ενώ η ιδέα της επιβαλλόμενης αλλαγής καθεστώτος από ξένα κράτη – θυμηθείτε την Λιβύη, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, μεταξύ άλλων- έχασε ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της.
Ένα νέο Βιετνάμ ή κάτι διαφορετικό;
Η σύγκριση με το Βιετνάμ δεν πρέπει να λαμβάνεται κυριολεκτικά.
Δεν υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί νεκροί, ούτε μια κοινωνία βαθιά διχασμένη όπως στη δεκαετία του 1960.
Παρ’ όλα αυτά, το Ιράν μπορεί να εξελιχθεί σε ένα διαφορετικό είδος «Βιετνάμ»: όχι ως στρατιωτική καταστροφή, αλλά ως απόδειξη ότι η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί για να διαμορφώσει πολιτικές εξελίξεις σε έναν σύνθετο και πολυπολικό κόσμο.
Το δίλημμα του Τραμπ
Το τελικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Αν ο Τραμπ αναγκαστεί να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα τον επαναφέρει περίπου στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε, τότε η ιρανική εκστρατεία ίσως καταγραφεί στην ιστορία ως μια σύγχρονη εκδοχή του διλήμματος που αντιμετώπισε ο Johnson στο Βιετνάμ: συνέχιση ενός αδιέξοδου πολέμου ή αποχώρηση με πολιτικό κόστος.
Και όπως δείχνει η ιστορία του Βιετνάμ, η πιο δύσκολη μάχη συχνά δεν δίνεται στο πεδίο των συγκρούσεων, αλλά στο πεδίο της πολιτικής νομιμοποίησης…





























