Οι πρώτες αχτίδες αισιοδοξίας έχουν ήδη αρχίσει να αντανακλώνται στις διεθνείς αγορές, καθώς το ενδεχόμενο τερματισμού της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί προσδοκίες για ένα νέο «μέρισμα ειρήνης». Αυτή τη φορά, όμως, τα οφέλη δεν προκύπτουν από τη μείωση των αμυντικών δαπανών, όπως συνέβαινε ιστορικά μετά από μεγάλους πολέμους, αλλά από τη σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην παγκόσμια οικονομία, αναφέρουν σε δημοσίευμά τους οι Financial Times.
Η συνάντηση ΗΠΑ – Ιράν στην Γενεύη
Η προγραμματισμένη συνάντηση ΗΠΑ και Ιράν στη Γενεύη, με στόχο την υπογραφή μνημονίου κατανόησης που θα μπορούσε να βάλει τέλος στις εχθροπραξίες και να επαναφέρει την ομαλή λειτουργία των θαλάσσιων μεταφορών μέσω των Στενών του Ορμούζ, έχει ήδη επηρεάσει θετικά το επενδυτικό κλίμα.
Οι αμυντικές δαπάνες δεν πρόκειται να μειωθούν
Παρά την προοπτική ειρήνευσης, ελάχιστοι αναλυτές θεωρούν ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο γεωπολιτικής ηρεμίας. Αντίθετα, οι στρατιωτικές δαπάνες αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται.
Οι χώρες της Μέσης Ανατολής εξακολουθούν να επενδύουν σημαντικά ποσά τόσο σε αμυντικά όσο και σε επιθετικά οπλικά συστήματα, καθώς η περιοχή παραμένει εύφλεκτη.
Παράλληλα, η Κίνα συνεχίζει να ασκεί πιέσεις προς την Ταϊβάν, ενώ στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις ενισχύουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους προκειμένου να στηρίξουν την Ουκρανία και να αποτρέψουν περαιτέρω ρωσικές κινήσεις.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη θέσει ως στόχο την αύξηση των αμυντικών δαπανών από περίπου 1 τρισ. δολάρια φέτος σε 1,5 τρισ. δολάρια το επόμενο έτος.
Η παγκόσμια κούρσα εξοπλισμών επιταχύνεται, καθώς οι νέες τεχνολογίες καθιστούν γρήγορα παρωχημένα τα υφιστάμενα οπλικά συστήματα.
Η μεγάλη ανάσα από το πετρέλαιο
Το σημαντικότερο όφελος από τη λήξη της σύγκρουσης φαίνεται να εντοπίζεται στις τιμές της ενέργειας. Η αποκλιμάκωση των εντάσεων οδηγεί σε πτώση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, μειώνοντας ένα σημαντικό βάρος που είχε επιβληθεί στην παγκόσμια οικονομία τους τελευταίους μήνες.
Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ αναμένεται επίσης να αποκαταστήσει τη ροή κρίσιμων εμπορευμάτων, όπως το ήλιο και τα λιπάσματα, περιορίζοντας τις ανησυχίες για νέες ελλείψεις στις διεθνείς αγορές.
Κατά την περίοδο Μαρτίου-Μαΐου, η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας λειτούργησε ουσιαστικά ως ένας επιπλέον «φόρος» για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες ήταν οι οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως η Ευρώπη, η Ιαπωνία και η Ινδία.
Πριν από τον πόλεμο, η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου ανερχόταν σε περίπου 105 εκατ. βαρέλια ημερησίως, με την τιμή του Brent να κινείται κοντά στα 65 δολάρια ανά βαρέλι. Η άνοδος των τιμών κατά περίπου 50% αύξησε δραματικά το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.
Πληθωρισμός και επιτόκια στο μικροσκόπιο
Η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική και για την πορεία του πληθωρισμού. Οι αγορές ομολόγων έχουν ήδη αρχίσει να προεξοφλούν ότι η άνοδος των τιμών θα αποδειχθεί προσωρινή, περιορίζοντας τους φόβους για έναν νέο παρατεταμένο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων.
Παράλληλα, η πτώση του ενεργειακού κόστους ενισχύει την εκτίμηση ότι η πρόσφατη παγκόσμια άνοδος του πληθωρισμού δεν θα έχει διάρκεια. Η προοπτική αυτή έχει ήδη αρχίσει να ασκεί πιέσεις στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, οι οποίες απομακρύνονται από τα υψηλά επίπεδα που κατέγραψαν νωρίτερα μέσα στη χρονιά. Εφόσον ο πληθωρισμός αποδειχθεί πιο παροδικός σε σχέση με το κύμα της περιόδου 2021-2023, οι κεντρικές τράπεζες θα έχουν μικρότερο κίνητρο να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Οι συνθήκες, άλλωστε, διαφέρουν σημαντικά από εκείνες της προηγούμενης πληθωριστικής έξαρσης. Τότε, οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες είχαν δεχθεί ισχυρό πλήγμα από τις επιπτώσεις της πανδημίας, ενώ η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ ήταν πολύ πιο «σφιχτή» από ό,τι σήμερα. Ως αποτέλεσμα, ο κίνδυνος επανάληψης μιας σειράς αυξήσεων μισθών και τιμών, όπως εκείνης που χαρακτήρισε την περίοδο 2021-2023, εμφανίζεται πλέον αισθητά μειωμένος.
Η ανθεκτικότητα της οικονομίας στηρίζει τις μετοχές
Ίσως το σημαντικότερο «μέρισμα ειρήνης» να αφορά τις ίδιες τις χρηματιστηριακές αγορές. Οι επενδυτές έχουν διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια ότι η παγκόσμια οικονομία διαθέτει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι σε αλλεπάλληλες κρίσεις.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2020, η παγκόσμια οικονομία δοκιμάστηκε από την πανδημία, τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, τον υψηλό πληθωρισμό, τις αυξήσεις επιτοκίων, τους εμπορικούς δασμούς και τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά, η ανάπτυξη συνεχίστηκε και πολλά χρηματιστήρια κινούνται κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Σημαντικό ρόλο έχει διαδραματίσει και η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, η οποία ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα και τροφοδοτεί τα εταιρικά κέρδη. Αν και δεν λείπουν οι ανησυχίες για πιθανή δημιουργία νέας χρηματιστηριακής «φούσκας», η βασική διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι η ανάπτυξη συνοδεύεται από ισχυρές επιδόσεις των επιχειρήσεων.
Εάν η ειρήνη στη Μέση Ανατολή παγιωθεί, το μεγαλύτερο κέρδος για τις αγορές ίσως να μην είναι μόνο το φθηνότερο πετρέλαιο, αλλά η περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης ότι η παγκόσμια οικονομία και τα εταιρικά κέρδη μπορούν να συνεχίσουν να αναπτύσσονται. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη συνέχιση του ανοδικού κύκλου των μετοχών μέχρι το τέλος της δεκαετίας.






































