Δισεκατομμύρια δολάρια έχουν φυγαδεύσει πολλοί από τους πλουσιότερους Ρώσους, καθώς ανησυχούν για την οικονομία της χώρας και τον κρατικό προϋπολογισμό, σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του Bloomberg.
Οι κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων πολύ πλούσιων Ρώσων έχουν εντείνει τους φόβους μεταξύ των μελών της ελίτ ότι το κράτος θα μπορούσε να κατάσχει τον πλούτο τους ή ότι μπορεί να χάσουν την περιουσία τους, σύμφωνα με έξι πλούσιους Ρώσους και άλλες πηγές που επικαλείται το αμερικανικό μέσο. Ανάμεσα σε αυτούς που έχουν μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό είναι και Ρώσοι που βρίσκονται κοντά στο Πούτιν.
Αρκετοί δισεκατομμυριούχοι μετέφεραν πρόσφατα κάποια επιπλέον περιουσιακά στοιχεία εκτός Ρωσίας, εν μέσω ανησυχιών για τον τραπεζικό τομέα, σύμφωνα με ορισμένα από τα άτομα και έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων εταιρικών καταθέσεων και αρχείων αγοράς ακινήτων που εξέτασε το Bloomberg News.
Τον τελευταίο χρόνο, σημειώθηκε μια μετατόπιση στα χαρτοφυλάκια που κατέχουν ορισμένοι από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρωσίας, η οποία επιταχύνθηκε τους τελευταίους μήνες, προς τα κρυπτονομίσματα, τον χρυσό και τα ξένα ακίνητα και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, ειδικά στον Κόλπο, ανέφεραν οι πηγές.
Ο ρόλος του Ντουμπάι
Στην αγορά ακινήτων στο Ντουμπάι έχουν πραγματοποιηθεί περαιτέρω αγορές πολυτελών ακινήτων από Ρώσους, που επενδύουν επίσης ολοένα και περισσότερο σε ακίνητα στην Τουρκία και το Μονακό, σύμφωνα με αρκετές από τις πηγές.
Οι μέθοδοι μεταφοράς πλούτου στο εξωτερικό έχουν εξελιχθεί καθώς οι Ρώσοι αναζητούν νέους τρόπους για να αποφύγουν τόσο τις δυτικές κυρώσεις όσο και την προσοχή του Κρεμλίνου.
Η θέση του Ντουμπάι ως κόμβου κρυπτονομισμάτων έχει βοηθήσει την ελίτ να μεταφέρει χρήματα σε διάφορες δικαιοδοσίες. Άλλες άτυπες διαδρομές, οι οποίες αποδεικνύονται ολοένα και πιο δημοφιλείς, έχουν ανοίξει στην Αρμενία, το Καζακστάν και το Κιργιστάν, όπου βρίσκεται το σταθερό κρυπτονόμισμα A7A5.
Το token αναπτύχθηκε από την A7, μια εταιρεία διασυνοριακών πληρωμών που ανήκει στον Μολδαβό φυγά τραπεζίτη Ilan Shor και την υπό την αυστηρή επιβολή κυρώσεων ρωσική κρατική τράπεζα Promsvyazbank. Η εταιρεία δήλωσε στον ιστότοπό της ότι μπορεί να πραγματοποιεί πληρωμές την ίδια ημέρα σε οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο.
Τον Σεπτέμβριο, ο αναπληρωτής πρόεδρος της Promsvyazbank, Mikhail Dorofeev, ανακοινωσε ότι η A7 διεκπεραίωσε συναλλαγές 7,5 τρισ. ρούβλι (περίπου 96 δισ. δολάρια) κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με την υπηρεσία ειδήσεων RBC.

Οι εσωτερικοί κίνδυνοι
Για δεκαετίες οι πάμπλουτοι Ρώσοι ήταν ευπρόσδεκτοι στη Δύση. Ωστόσο οι διεθνείς κυρώσεις, που ακολούθησαν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ανάγκασαν πολλούς Ρώσους μεγιστάνες να μεταφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία πίσω στη Ρωσία και να επανεγγράψουν τις εταιρείες τους εκεί.
Πολλοί είδαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο εξωτερικό να παγώνουν.
Στο εσωτερικό, ωστόσο, αντιμετώπισαν διαφορετικούς κινδύνους. Από το 2024, το Κρεμλίνο εντείνει τις κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων υψηλού προφίλ που στοχεύουν έναν αριθμό μεγιστάνων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που προσπάθησαν να διατηρήσουν δεσμούς με τον έξω κόσμο, έστω και μόνο μέσω διπλής υπηκοότητας, ή που είχαν προηγουμένως κατέχει επίσημες θέσεις.
Η επιβράδυνση της ρωσικής οικονομίας από το 2025 μείωσε περαιτέρω τα κέρδη τους και περιόρισε τις ευκαιρίες διατήρησης και αύξησης του πλούτου τους στο εσωτερικό.
Ενώ είναι δύσκολο να υπολογιστεί η κλίμακα των άτυπων εκροών κεφαλαίων, όπως οι αδιαφανείς συναλλαγές κρυπτονομισμάτων που δεν εμφανίζονται στα επίσημα στοιχεία, μια συντηρητική εκτίμηση των χρημάτων που εξέρχονται από τη Ρωσία εκτός των επίσημων στοιχείων μέχρι στιγμής φέτος ανέρχεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με πηγές.
Αυτή ήταν μια αύξηση σε σύγκριση με πέρυσι, ανέφεραν.
Οι φόβοι για κατασχέσεις και οικονομικές αναταραχές οδήγησαν σε νέα αύξηση των εκροών κατά το τελευταίο έτος, ανέφεραν οι πηγές. Βεβαίως, πολλοί πλούσιοι Ρώσοι συνέχισαν να αναζητούν επενδυτικές ευκαιρίες εκτός της χώρας, παρά τις δυσκολίες που δημιούργησε ο πόλεμος και οι κυρώσεις.
Η αιμορραγία των αμυντικών δαπανών
Η διαφυγή κεφαλαίων αποτελεί επίσης ένα διαρκές ζήτημα στη Ρωσία, καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται — η κεντρική τράπεζα έχει δηλώσει ότι, σύμφωνα με έναν γενικό δείκτη, περίπου 250 δισ. δολάρια έφυγαν από τη χώρα κατά το πρώτο έτος της σύγκρουσης.
Ο Πούτιν αναζητά τρόπους για να αυξήσει τα έσοδα για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο.Θέλει να προστατεύσει τις αμυντικές δαπάνες εστιάζοντας σε περικοπές σε άλλους τομείς των κυβερνητικών δαπανών.
Ενώ μεγάλο μέρος της χώρας αντιμετωπίζει δυσκολίες, οι δισεκατομμυριούχοι της Ρωσίας έχουν δει τον πλούτο τους να αυξάνεται τον τελευταίο χρόνο, γεγονός που εντείνει την πίεση που ασκείται σε αυτούς να επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του βάρους.
Ορισμένοι επιχειρηματίες ανησύχησαν περισσότερο μετά από μια συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών με τον Πούτιν τον Μάρτιο, όπου ο δισεκατομμυριούχος Σουλεϊμάν Κερίμοφ πρότεινε οι παρόντες να κάνουν μια σημαντική συνεισφορά στο κράτος, ώστε να αντικατοπτρίζεται ο τρόπος με τον οποίο χτίστηκαν οι επιχειρήσεις τους τη δεκαετία του 1990, μια πρωτοβουλία που ο Πούτιν χαιρέτισε.
Μετά τη συνάντηση, ο Πεσκόφ αρνήθηκε ότι ο πρόεδρος είχε ζητήσει από μεγιστάνες να συνεισφέρουν, αφού ο Κερίμοφ προσφέρθηκε να δώσει ένα μεγάλο ποσό στο κράτος.
Υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον από τους Ρώσους να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους εκτός χώρας από το 2024 λόγω της αυξημένης πίεσης που ασκείται σε αυτούς στην πατρίδα τους, σύμφωνα με πηγές.
Οι εισαγγελείς πέρυσι εξασφάλισαν την επιστροφή στην πολιτεία περιουσιακών στοιχείων που αποτιμούσαν σε περισσότερα από 4 τρισ. ρούβλια (51,5 δισ. δολάρια), δήλωσε τον Μάρτιο ο Ρώσος Γενικός Εισαγγελέας Αλεξάντερ Γκουτσάν.
Μεταξύ των μεγιστάνων που έχασαν περιουσιακά στοιχεία υπέρ του κράτους συγκαταλέγονται ο Βαντίμ Μοσκόβιτς, ιδρυτής της Ros Agro Plc, ενός από τους μεγαλύτερους αγροτικούς ομίλους της Ρωσίας, ο Κωνσταντίνος Στρούκοφ, ο οποίος έλεγχε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες εξόρυξης χρυσού της χώρας, και ο Ντμίτρι Καμένσικ, ο οποίος έχασε το αεροδρόμιο Ντομοντέντοβο της Μόσχας.
Ανησυχία για το τραπεζικό σύστημα
Οι ανησυχίες για την υγεία των ρωσικών τραπεζών έχουν αυξηθεί από το περασμένο καλοκαίρι, όταν τραπεζικοί αξιωματούχοι εξέφρασαν φόβους για το επίπεδο του χρέους στους ισολογισμούς τους και προειδοποίησαν ότι οι προοπτικές τους ήταν πιο σοβαρές από ό,τι αναγνώρισαν δημόσια.
Ένα φιλο-Κρεμλινικό think tank, το Κέντρο Μακροοικονομικής Ανάλυσης και Βραχυπρόθεσμων Προβλέψεων, προειδοποίησε τον Μάιο ότι είδε σημάδια μιας επικείμενης συστημικής τραπεζικής κρίσης.




































