Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση: να αλλάξει το παραγωγικό της πρότυπο. Ωστόσο, εξακολουθεί να αγνοεί έναν από τους σημαντικότερους αναπτυξιακούς περιορισμούς της: τη στεγαστική κρίση. Όταν η χώρα καταγράφει τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες, έναντι 19% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γίνεται σαφές ότι η στέγη δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη δείκτη κοινωνικής πίεσης (Πηγή: Eurostat). Έχει μετατραπεί σε εμπόδιο για την εργασία, τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα. Και όσο η πολιτική περιορίζεται, κυρίως, στην επιδότηση της ζήτησης, αντί να αυξάνει την προσφορά προσιτής κατοικίας, το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη θα διευρύνεται.
Δεν υπάρχει νέο παραγωγικό μοντέλο χωρίς προσιτή κατοικία
Μία βασική αρχή για την επίλυση κάθε προβλήματος, είναι η σωστή διάγνωση. Αν θεωρείς ότι το πρόβλημα είναι πως τα νοικοκυριά δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιό τους, η απάντηση είναι ένα επίδομα. Αν όμως το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετές προσιτές κατοικίες, τότε η λύση βρίσκεται στην αύξηση της προσφοράς και στη δημιουργία μόνιμων μηχανισμών που θα διασφαλίζουν την πρόσβαση σε προσιτή στέγη. Τα τελευταία χρόνια η κυβερνητική πολιτική επέλεξε, κυρίως, την πρώτη προσέγγιση. Επιδόματα ενοικίου και επιδοτούμενα στεγαστικά δάνεια προσέφεραν προσωρινή ανακούφιση σε ένα μέρος των νοικοκυριών, χωρίς όμως να μεταβάλουν τις συνθήκες που παράγουν τη στεγαστική κρίση.
Η οικονομική θεωρία είναι σαφής. Όταν αυξάνεται η αγοραστική δύναμη σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά, μέρος της ενίσχυσης απορροφάται από την άνοδο των τιμών. Η ελληνική εμπειρία επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν και το 2025 κατά μέσο ετήσιο ρυθμό 7,8% συνεχίζοντας μια πολυετή ανοδική πορεία (Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος). Αν η στρατηγική που ακολουθήθηκε αντιμετώπιζε αποτελεσματικά το πρόβλημα, η στεγαστική επιβάρυνση θα υποχωρούσε. Αντίθετα, η Ελλάδα όχι μόνο εξακολουθεί να καταγράφει τη χειρότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το κόστος αυτής της πολιτικής δεν αποτυπώνεται μόνο στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Αποτυπώνεται και στη λειτουργία της οικονομίας. Επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις εργασίας σε περιοχές με υψηλό κόστος κατοικίας, ενώ
εκπαιδευτικοί, γιατροί, νοσηλευτές, εργαζόμενοι στον τουρισμό και νέοι επιστήμονες αδυνατούν να μετακινηθούν εκεί όπου υπάρχουν ευκαιρίες απασχόλησης. Η αγορά εργασίας δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά όταν η αγορά κατοικίας δυσλειτουργεί.
Η στεγαστική κρίση επιβαρύνει και το δημογραφικό. Οι νέοι στην Ελλάδα εγκαταλείπουν την οικογενειακή κατοικία κατά μέσο όρο στα 30,7 έτη, έναντι 26,2 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Πηγή: Eurostat). Η καθυστέρηση της οικονομικής ανεξαρτησίας μεταθέτει τη δημιουργία οικογένειας, περιορίζει τις επιλογές μιας ολόκληρης γενιάς και επιβαρύνει περαιτέρω μια ήδη δυσμενή δημογραφική τάση. Το δημογραφικό δεν αρχίζει με τη γέννηση ενός παιδιού. Αρχίζει όταν ένας νέος άνθρωπος δεν μπορεί να αποκτήσει το δικό του σπίτι.
Το ελληνικό παράδοξο είναι ότι, ενώ η στεγαστική κρίση οξύνεται, πάνω από το ένα τρίτο του στεγαστικού αποθέματος δε χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 35% και αφορά κατοικίες που είναι κενές ή χρησιμοποιούνται ως δευτερεύουσες κατοικίες (Πηγή: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο). Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποσοτικό. Είναι και θεσμικό. Η χώρα εξακολουθεί να στερείται μόνιμων εργαλείων και πολιτικής που θα ενεργοποιούν αυτό το απόθεμα, θα αξιοποιούν τη δημόσια περιουσία και θα αυξάνουν συστηματικά την προσφορά προσιτής κατοικίας.
Γι’ αυτό η στεγαστική πολιτική είναι ταυτόχρονα και αναπτυξιακή πολιτική. Μια χώρα που επιδιώκει υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες επενδύσεις και καλύτερους μισθούς δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την κατοικία ως μια δευτερεύουσα κοινωνική πολιτική. Η προσιτή κατοικία αποτελεί οικονομική υποδομή, ισότιμη με τις μεταφορές, την ενέργεια και τις ψηφιακές υποδομές.
Από αυτή την οπτική, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο ύψος ενός επιδόματος ή στον αριθμό των δικαιούχων ενός προγράμματος. Η Ελλάδα χρειάζεται μια μόνιμη στεγαστική στρατηγική που θα αυξάνει σταθερά την προσφορά προσιτής κατοικίας, θα αξιοποιεί τη δημόσια περιουσία και θα ενεργοποιεί το ανεκμετάλλευτο στεγαστικό απόθεμα. Η δημιουργία ενός ισχυρού αποθέματος κοινωνικής και προσιτής κατοικίας και η συγκρότηση σταθερών θεσμών δεν αποτελούν ζήτημα ιδεολογίας, αλλά προϋπόθεση μιας αποτελεσματικής στεγαστικής πολιτικής.
Αν η Ελλάδα επιδιώκει πραγματικά να αλλάξει το παραγωγικό της πρότυπο, οφείλει να αναγνωρίσει ότι η προσιτή κατοικία δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό αγαθό που χρειάζεται προστασία. Είναι θεμέλιο μιας οικονομίας που συνδυάζει παραγωγικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και βιώσιμη ανάπτυξη. Ευθύνη της πολιτείας δεν είναι να επιδοτεί διαρκώς το αυξανόμενο κόστος της στέγης, αλλά να διαμορφώσει μια αγορά κατοικίας που δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να εργάζονται, να δημιουργούν και να σχεδιάζουν το μέλλον τους. Γιατί η ανάπτυξη αρχίζει από το σπίτι.
Φωτεινή Παγκάλου
Μηχανολόγος Μηχανικός – Οικονομολόγος
Διδάκτωρ, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια
Αναπληρώτρια Τομεάρχισσα Στεγαστικής Πολιτικής, Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.)



















![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [Μέρος 5ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/tax.jpg)














![«Κόκκινος» συναγερμός για φωτιά σε Αττική και Εύβοια [χάρτες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/FOTIA-1024x683-1.jpg)


