Ο πόλεμος εναντίον του Ιράν είχε στόχο να αλλάξει τον συσχετισμό ισχύος στη Μέση Ανατολή. Αυτό πράγματι συνέβη, αλλά όχι ακριβώς με τον τρόπο που επιδίωκαν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ. Το Ιράν βγήκε από τον πόλεμο στρατιωτικά αποδυναμωμένο, με το δίκτυο των δορυφόρων του να έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα. Ωστόσο, το ιρανικό καθεστώς επέζησε, διατηρεί σημαντικές δυνατότητες αντιποίνων και, κυρίως, απέδειξε ότι μπορεί να προκαλέσει τεράστιο κόστος στους γείτονές του και στην παγκόσμια οικονομία μέσω του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ. Υπό αυτή την έννοια, το Ιράν έχει ενισχυθεί στρατηγικά.
Η σημαντικότερη συνέπεια του πολέμου, όμως, βρίσκεται αλλού. Κλόνισε την εμπιστοσύνη των αραβικών κρατών στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, πάνω στην οποία στηρίχθηκε η περιφερειακή τάξη επί δεκαετίες. Το παράδοξο είναι εντυπωσιακό: οι μοναρχίες του Κόλπου φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις επειδή χρειάζονται την προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών. Στον πόλεμο, όμως, οι ίδιες αυτές βάσεις μετατράπηκαν σε στόχους ιρανικών επιθέσεων. Η Ουάσιγκτον απέδειξε ότι μπορεί να πλήξει το Ιράν, όχι όμως ότι μπορεί να προστατεύσει τους συμμάχους της από τα ιρανικά αντίποινα. Για το Ριάντ, τη Ντόχα, το Αμπού Ντάμπι και τις άλλες πρωτεύουσες του Κόλπου, το δίδαγμα είναι σαφές: η αμερικανική παρουσία παραμένει αναγκαία, αλλά δεν είναι πλέον επαρκής. Με άλλα λόγια, έχει χαθεί η εμπιστοσύνη στην αμερικανικής προστασίας. Και αυτό έχει στρατηγικές συνέπειες: τα κράτη της περιοχής αρχίζουν να αναζητούν πρόσθετες δικλείδες ασφάλειας.
Η νέα στρατηγική που ακολουθούν θα μπορούσε ονομαστεί διαφοροποίηση του κινδύνου. Διατηρούν τη σχέση με την Ουάσιγκτον, αλλά ταυτόχρονα αναζητούν πρόσθετες σχέσεις ασφαλείας με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, επιδιώκουν συνεννόηση ακόμη και με αντιπάλους, όπως το Ιράν, και αφήνουν ανοιχτούς διαύλους συνεργασίας με την Κίνα και τη Ρωσία.
Το εντυπωσιακότερο σύμπτωμα αυτής της αλλαγής είναι το Σύμφωνο της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν. Η συμφωνία περιλαμβάνει μια φιλόδοξη ρήτρα συλλογικής άμυνας, αντίστοιχη στη διατύπωσή της με εκείνη της Ατλαντικής Συμμαχίας: επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Δεν πρόκειται, όμως, για ένα νέο ΝΑΤΟ και υπάρχει ένας απλός λόγος γι’ αυτό: οι τρεις χώρες δεν έχουν κοινό κύριο εχθρό. Για τη Σαουδική Αραβία η απειλή επικεντρώνεται πρωτίστως στο Ιράν και στους συμμάχους του, όπως οι Χούθι. Για την Τουρκία, η στρατηγική αντιπαλότητα αφορά κυρίως το Ισραήλ. Για το Πακιστάν, ο υπαρξιακός αντίπαλος παραμένει η Ινδία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τουρκικές δυνάμεις να πολεμούν εναντίον του Ιράν για χάρη της Σαουδικής Αραβίας, σαουδαραβικές δυνάμεις να εμπλέκονται στο Κασμίρ ή το Ριάντ να συμμετέχει μαζί με την Άγκυρα σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση με το Ισραήλ.
Οι ικανότητες των χωρών του Συμφώνου της Μέκκας πάντως λειτουργούν συμπληρωματικά. Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομική ισχύ και πολιτική επιρροή στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Η Τουρκία διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ, αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και αυξανόμενη γεωπολιτική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Το Πακιστάν διαθέτει έναν μεγάλο και εμπειροπόλεμο στρατό και, κυρίως, κάτι που δεν διαθέτει κανένα άλλο μουσουλμανικό κράτος: πυρηνικά όπλα.
Το Σύμφωνο της Μέκκας είναι, επομένως, λιγότερο σημαντικό για το τι υποχρεώνει σήμερα τα τρία αυτά κράτη να κάνουν και περισσότερο για αυτό που αποκαλύπτει. Τα περιφερειακά κράτη αρχίζουν να δημιουργούν δικές τους ασφαλιστικές δικλίδες επειδή δεν είναι πλέον βέβαια ότι η Ουάσιγκτον έχει τη βούληση ή την ικανότητα να εγγυηθεί από μόνη της την ασφάλειά τους. Διαμορφώνεται έτσι στη Μέση Ανατολή κάτι πιο ρευστό από ό,τι υπήρχε πριν: ένα σύστημα πολλαπλών και επικαλυπτόμενων ισορροπιών, όπου τα κράτη συνεργάζονται με διαφορετικούς εταίρους απέναντι σε διαφορετικές απειλές.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η εξέλιξη δεν βρίσκει κατ’ ανάγκην αντίθετες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει εδώ και χρόνια να μεταφέρει το βάρος της περιφερειακής ασφάλειας στους τοπικούς εταίρους της και να επικεντρωθεί στην ανάσχεση της Κίνας. Υπό αυτή την έννοια, σχήματα όπως το Σύμφωνο της Μέκκας φαίνεται να εξυπηρετήσουν αυτόν τον αμερικανικό στόχο. Το παράδοξο, όμως, είναι ότι όσο περισσότερο οι περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν στρατηγική αυτονομία τόσο μειώνεται η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να ελέγχει τις επιλογές τους. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τον ελληνικό στρατηγικό σχεδιασμό που βασίζεται στην υπόθεση ότι σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης θα παρέμβει αποτελεσματικά η Ουάσιγκτον για να αποτρέψει κλιμάκωση.
Στη διεθνή πολιτική, οι συμμαχίες δεν ανασυγκροτούνται μόνο όταν ανατρέπεται η ηγεμονική σταθερότητα. Αλλάζουν όταν δημιουργούνται αμφιβολίες για το εάν ο ηγεμόνας έχει τη βούληση και την ικανότητα τους προστατεύσει. Ο πόλεμος με το Ιράν δημιούργησε ακριβώς αυτή την αμφιβολία. Και πάνω σε αυτήν αρχίζει να οικοδομείται η νέα τάξη στη Μέση Ανατολή.
*Ο Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων




















![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [8ο Μέρος]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/taxes-scaled-1-1024x732-1-1-1.jpg)


















