Σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Ford εξελίσσεται η αντιπαράθεση της αμερικανικής κυβέρνησης για την αυξανόμενη παρουσία κινεζικών εταιρειών στην αυτοκινητοβιομηχανία των ΗΠΑ.
Ο υπουργός Μεταφορών Σον Ντάφι εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στις επιχειρηματικές σχέσεις της Ford με κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες και προμηθευτές, υποστηρίζοντας ότι η εξάρτηση μιας εμβληματικής αμερικανικής εταιρείας από τεχνολογίες «ξένων αντιπάλων» δεν μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη στρατηγική για τις ΗΠΑ, αναφέρει η Wall Street Journal.
Σε επιστολή του προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της Ford, Τζιμ Φάρλεϊ, ο Ντάφι χαρακτήρισε ανησυχητικές τις πρόσφατες στρατηγικές επιλογές της εταιρείας, υποστηρίζοντας ότι η Ford συνδέει ολοένα περισσότερο το μέλλον της με κινεζικές επιχειρήσεις που έχουν σχέσεις με το κράτος. Ιδιαίτερη κριτική άσκησε στην παραγωγή οχημάτων Lincoln στην Κίνα για την αμερικανική αγορά, χαρακτηρίζοντάς την απαράδεκτη.
Η Ford έχει ήδη ανακοινώσει ότι από το 2030 θα μεταφέρει την παραγωγή των συγκεκριμένων οχημάτων στις ΗΠΑ. Ο Ντάφι, ωστόσο, υποστηρίζει ότι μέχρι τότε μεσολαβεί μια πολυετής περίοδος κατά την οποία η εταιρεία θα εξακολουθεί να εξαρτάται από την κινεζική παραγωγή, την ώρα που Αμερικανοί εργαζόμενοι στερούνται θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης.
Η παρέμβαση του υπουργού Μεταφορών είναι ασυνήθιστα έντονη, καθώς πρόκειται ουσιαστικά για δημόσια επίπληξη μιας αμερικανικής εταιρείας από μέλος του υπουργικού συμβουλίου. Αντανακλά, όμως, την αυξανόμενη πολιτική ευαισθησία στην Ουάσιγκτον γύρω από την οικονομική και τεχνολογική σχέση των ΗΠΑ με την Κίνα.
Η Ford απάντησε σε ιδιαίτερα σκληρό τόνο, χαρακτηρίζοντας την επιστολή του Ντάφι «λανθασμένη προσπάθεια δημιουργίας πρωτοσέλιδων». Η εταιρεία υποστήριξε ότι παράγει περισσότερα οχήματα στις ΗΠΑ, απασχολεί περισσότερους εργαζομένους στην αμερικανική μεταποίηση και εξάγει περισσότερα αυτοκίνητα από τη χώρα από οποιαδήποτε άλλη αυτοκινητοβιομηχανία.

Στο επίκεντρο η συμφωνία της Ford με την κινεζική CATL
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται, μεταξύ άλλων, η συμφωνία της Ford με την κινεζική CATL για την αδειοδότηση τεχνολογίας μπαταριών. Η Ford κατασκευάζει μονάδα στο Μίσιγκαν, υποστηρίζοντας ότι η ίδια κατέχει το εργοστάσιο και απασχολεί το προσωπικό, ενώ η συνεργασία με την CATL περιορίζεται στην παραχώρηση τεχνολογίας.
Ο Ντάφι έβαλε επίσης στο στόχαστρο τη συμφωνία της Ford με την κινεζική Geely στην Ευρώπη. Το εργοστάσιο της Ford στην Ισπανία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή οχημάτων Geely για την ευρωπαϊκή αγορά, ενώ οι δύο εταιρείες σχεδιάζουν να συνεργαστούν και στην ανάπτυξη SUV για αγορές εκτός ΗΠΑ. Για τον Αμερικανό υπουργό, μια τέτοια συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως δίαυλος εισόδου κινεζικών εταιρειών στις δυτικές αγορές.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, καθώς η Ford έχει ταυτόχρονα υιοθετήσει σκληρή στάση απέναντι στην είσοδο κινεζικών αυτοκινήτων στην αμερικανική αγορά. Η εταιρεία στηρίζει μάλιστα νομοθεσία που θα απαγόρευε σε κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες να κατασκευάζουν ή να πωλούν οχήματα στις ΗΠΑ. Παράλληλα, όμως, τα στελέχη της αναγνωρίζουν ότι η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία δεν μπορεί επ’ αόριστον να κρατά εκτός αγοράς τους Κινέζους ανταγωνιστές.

Τα κινεζικά ατού
Το δίλημμα είναι ευρύτερο καθώς η Κίνα έχει αποκτήσει τεράστιο πλεονέκτημα σε κρίσιμες τεχνολογίες, κυρίως στις μπαταρίες και στα ηλεκτρικά οχήματα. Οι αμερικανικές εταιρείες χρειάζονται πρόσβαση σε αυτή την τεχνογνωσία για να παραμείνουν ανταγωνιστικές, την ώρα που η αμερικανική κυβέρνηση θέλει να περιορίσει την εξάρτηση από κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Η πίεση αυξάνεται και λόγω του νέου εμπορικού και ρυθμιστικού περιβάλλοντος στις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει περιορίσει πολιτικές που είχαν σχεδιαστεί επί προεδρίας Μπάιντεν για την επιτάχυνση της μετάβασης στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μεταξύ άλλων καταργώντας το φορολογικό κίνητρο των 7.500 δολαρίων για την αγορά ηλεκτρικού οχήματος και χαλαρώνοντας τους σχετικούς κανόνες για την κατανάλωση καυσίμου.
Το μήνυμα του Ντάφι προς τη Ford είναι επομένως ευρύτερο: οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες δεν πρέπει απλώς να αποφεύγουν την εξάρτηση από την Κίνα, αλλά να επενδύουν στην τεχνολογική αυτονομία των ΗΠΑ. «Εμβληματικές αμερικανικές εταιρείες, όπως η Ford, πρέπει να καινοτομούν περισσότερο από τους ανταγωνιστές τους», υποστήριξε.
Η αντιπαράθεση αποτυπώνει ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά διλήμματα της αμερικανικής βιομηχανίας: πώς μπορεί να ανταγωνιστεί την Κίνα χωρίς να εξαρτάται από αυτήν για τις τεχνολογίες που χρειάζεται για να κερδίσει τον ανταγωνισμό. Για τη Ford, η απάντηση θα κρίνει όχι μόνο το κόστος και την παραγωγή των επόμενων μοντέλων της, αλλά και τη θέση της στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία της επόμενης δεκαετίας.



































