Tη μεγαλύτερη εταιρεία εξόρυξης χρυσού της Αυστραλίας κάλεσε η Elliott Management να ξεκινήσει νέες συνομιλίες με τον επίδοξο αγοραστή της, αφού η εταιρεία απέρριψε πρόταση εξαγοράς ύψους 39 δισ. δολαρίων Αυστραλίας (27 δισ. δολαρίων ΗΠΑ) από τη νοτιοαφρικανική Gold Fields — μια κίνηση που θα δημιουργούσε τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία εξόρυξης του πολύτιμου μετάλλου παγκοσμίως.
Το μέλλον της Northern Star Resources παραμένει αβέβαιο από τον Ιούνιο, όταν το αμερικανικό επενδυτικό κεφάλαιο (hedge fund) Elliott ζήτησε από την εταιρεία —η οποία εδρεύει στο Περθ— να τεθεί προς πώληση, μετά από μια σειρά προειδοποιήσεων για τα κέρδη της, αναφέρουν οι Financial Times.
Η Gold Fields, την οποία η Elliott είχε υποδείξει ως μία από τις ελάχιστες εταιρείες εξόρυξης χρυσού με το απαιτούμενο μέγεθος για την εξαγορά της Northern Star, έχει προσεγγίσει την ανταγωνίστριά της αρκετές φορές τους τελευταίους μήνες.
Τη Δευτέρα, η Northern Star ανακοίνωσε ότι απέρριψε την πρόταση της Gold Fields —μιας εκ των κορυφαίων εταιρειών εξόρυξης χρυσού παγκοσμίως, η οποία διαθέτει ήδη σημαντική δραστηριότητα στην Αυστραλία— χαρακτηρίζοντάς την «ευκαιριακή, μη αιτηθείσα και υπό όρους».
Η μετοχή της Northern Star σημείωσε άνοδο 7% στο χρηματιστήριο του Σίδνεϊ, με την κεφαλαιοποίηση της εταιρείας να διαμορφώνεται στα 34 δισ. δολάρια Αυστραλίας (23,8 δισ. δολάρια ΗΠΑ) — αν και η τιμή της μετοχής, στα περίπου 23,47 δολάρια Αυστραλίας, υπολειπόταν της αποτίμησης των 27 δολαρίων ανά μετοχή που προέβλεπε η απορριφθείσα πρόταση της Gold Fields.

Η Elliott θέλει συγχώνευση Northern Star με Gold Fields
Ο Τζον Πάικ, στέλεχος της Elliott, κάλεσε τη Northern Star να προχωρήσει σε συνομιλίες με την Gold Fields. «Πιστεύουμε ότι υπάρχουν τεράστιες προοπτικές δημιουργίας αξίας στη Northern Star και οποιαδήποτε συναλλαγή θα πρέπει να αντικατοπτρίζει αυτό το γεγονός», δήλωσε χαρακτηριστικά.
«Ωστόσο, είναι σαφές ότι και άλλοι αναγνωρίζουν την αξία αυτή, και θεωρούμε ότι το διοικητικό συμβούλιο έχει υποχρέωση να συνομιλήσει με κάθε σοβαρό αγοραστή και να αξιολογήσει πλήρως τον βέλτιστο τρόπο για την αξιοποίηση αυτών των προοπτικών».
Η μετοχή της Gold Fields υποχώρησε κατά 12% κατά τη διάρκεια των πρωινών συναλλαγών στο Γιοχάνεσμπουργκ, διευρύνοντας τη συνολική πτώση της για το τρέχον έτος σε ποσοστό που αγγίζει το 20%.
Μια ενδεχόμενη συγχώνευση με την Gold Fields —η οποία κατέχει τέσσερα από τα μεγαλύτερα ορυχεία χρυσού της Αυστραλίας, συμπεριλαμβανομένων των Gruyere και Granny Smith— θα δημιουργούσε έναν όμιλο που θα καταλάμβανε τη δεύτερη θέση παγκοσμίως, πίσω μόνο από τη Newmont.
Παράλληλα, θα προέκυπτε η μεγαλύτερη εταιρεία εξόρυξης χρυσού στην Αυστραλία, με ετήσια παραγωγή 2,4 εκατομμυρίων ουγγιών εντός της χώρας. Η νέα, ενοποιημένη εταιρεία θα εξόρυσσε σχεδόν το 60% του χρυσού της από τη Δυτική Αυστραλία. Η προσφορά, βάσει της οποίας το 73% του τιμήματος θα καταβαλλόταν σε νέες μετοχές της Gold Fields, «υποτιμά ουσιωδώς» τα περιουσιακά στοιχεία της Northern Star, σύμφωνα με το διοικητικό συμβούλιο της αυστραλιανής εταιρείας.
Η Northern Star δήλωσε ότι η κίνηση αυτή θα εξέθετε τους μετόχους σε «κινδύνους που σχετίζονται με τη δικαιοδοσία και τη λειτουργία, στους οποίους δεν είναι εκτεθειμένοι σήμερα», αναφερόμενη στην εισαγωγή της Gold Fields στο χρηματιστήριο του Γιοχάνεσμπουργκ. Η νοτιοαφρικανική εταιρεία έχει δηλώσει ότι προτίθεται να εισαχθεί και στο χρηματιστήριο του Σίδνεϊ, ώστε να επιτρέψει στους Αυστραλούς επενδυτές να διαπραγματεύονται τις μετοχές της.

Οι δύο εταιρείες κατέχουν από κοινού τα κυριότερα ορυχεία χρυσού της Αυστραλίας
Σε ανακοίνωσή της, η Gold Fields ανέφερε ότι υπήρχε «ισχυρό στρατηγικό σκεπτικό» για τη συγχώνευση με τη Northern Star, με στόχο τη δημιουργία ενός «κορυφαίου παγκοσμίως παραγωγού χρυσού, εστιασμένου αποκλειστικά στον κλάδο, με ελκυστικές προοπτικές ανάπτυξης». Εκτίμησε ότι θα μπορούσαν να προκύψουν συνέργειες ύψους έως και 5 δισ. δολαρίων για τον ενοποιημένο όμιλο, καθώς και έσοδα τουλάχιστον 4 δισ. δολαρίων από την πώληση περιουσιακών στοιχείων.
Ο Έφρεμ Ραβί, αναλυτής της Citi, επισήμανε στους FT ότι οι δύο εταιρείες κατέχουν από κοινού έξι από τα 15 κορυφαία ορυχεία χρυσού της Αυστραλίας βάσει παραγωγής, προσθέτοντας ότι το ζήτημα της αποτίμησης αποτελεί το κρίσιμο σημείο που πρέπει να επιλυθεί, καθώς η αυστραλιανή εταιρεία διαπραγματεύεται με πολύ υψηλότερο πολλαπλασιαστή κερδών σε σχέση με την εταιρεία που επιδιώκει την εξαγορά της.
Ο Μάικλ Τσέινι, πρόεδρος της Northern Star, δήλωσε ότι η εταιρεία επιχείρησε «να αποκτήσει ένα από τα κορυφαία χαρτοφυλάκια χρυσού παγκοσμίως σε τιμή που υπολείπεται σημαντικά της θεμελιώδους αξίας του, όπως αυτή εκτιμάται από το διοικητικό συμβούλιο, και σε μια χρονική συγκυρία που χαρακτηρίζεται από έντονο καιροσκοπισμό».
Η JPMorgan και η Bank of America παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες στην Gold Fields —η οποία πέρυσι έδωσε σκληρή μάχη για την εξαγορά της μικρότερης αυστραλιανής εταιρείας παραγωγής χρυσού Gold Road Resources—, ενώ η Northern Star συμβουλεύεται την Goldman Sachs.
Η εξόρυξη χρυσού υπήρξε ιστορικά ένας από τους σημαντικότερους κλάδους της Αυστραλίας, με τη χώρα να παραμένει ο όγδοος μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως.
Τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί σημαντική συγκέντρωση στον κλάδο, με την εξαγορά της Newcrest από τη Newmont έναντι 29 δισ. δολαρίων Αυστραλίας να συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες συμφωνίες στον τομέα των εξορύξεων που έχουν ολοκληρωθεί την τελευταία δεκαετία. Τόσο η Northern Star όσο και η Gold Fields έχουν δραστηριοποιηθεί στην εξαγορά μικρότερων εταιρειών, καθώς η οργανική ανάπτυξη και ο εντοπισμός νέων κοιτασμάτων με προοπτικές κερδοφορίας έχουν αποδειχθεί δύσκολα εγχειρήματα.































