Στις εκτεταμένες εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου συνέβαλε ο πόλεμος στο Ιράν, παραδέχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, επιμένοντας ωστόσο ότι δεν έχει μετανιώσει για την απόφασή του να εξαπολύσει τη στρατιωτική επιχείρηση νωρίτερα μέσα στη χρονιά.
Σε τηλεφωνική συνέντευξή του στη Wall Street Journal, το βράδυ της Τρίτης, ο Αμερικανός πρόεδρος αναγνώρισε ότι η σύγκρουση αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που επηρέασαν την εκλογική επίδοση του κόμματός του. «Το Ιράν ήταν ένα κομμάτι αυτού», δήλωσε, απαντώντας σε ερώτηση για το εάν ο πόλεμος συνέβαλε στην κακή επίδοση των Ρεπουμπλικανών.
Παρά το πολιτικό κόστος, ο Τραμπ απέρριψε την ιδέα ότι η απόφαση για τον πόλεμο ήταν λανθασμένη. «Έκανα το σωστό. Θα το έκανα ξανά», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει δεύτερες σκέψεις. Η σύγκρουση, ωστόσο, έχει επιβαρύνει τη δημοτικότητα της προεδρίας του, ενώ ο ίδιος δυσκολεύεται εδώ και μήνες να βρει τρόπο για τον τερματισμό της. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, έχει εκφράσει σε συνεργάτες του την ενόχλησή του για το γεγονός ότι ο πόλεμος έχει εξελιχθεί σε διαρκές πολιτικό πρόβλημα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί ότι η μεγαλύτερη επιβάρυνση για τους Ρεπουμπλικανούς δεν ήταν τόσο η ίδια η στρατιωτική σύγκρουση όσο η αύξηση των τιμών του πετρελαίου και των καυσίμων. Η άνοδος της βενζίνης και του ντίζελ έχει προκαλέσει δυσαρέσκεια στους Αμερικανούς καταναλωτές, μετατρέποντας το κόστος μετακίνησης και διαβίωσης σε σημαντικό εκλογικό ζήτημα.

Ο Τραμπ απορρίπτει την πολιτική αποδοκιμασία
Ο Τραμπ επιχείρησε, πάντως, να υποβαθμίσει τη σημασία των εκλογικών αποτελεσμάτων ως ένδειξης δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνησή του. Οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν απώλειες ακόμη και σε παραδοσιακά συντηρητικές πολιτείες, όπως το Κάνσας, η Νότια Καρολίνα και το Τέξας, ενώ οι δημοσκοπικές επιδόσεις του προέδρου έχουν υποχωρήσει σε αρκετές περιοχές.
«Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι ότι δεν ήμουν υποψήφιος», υποστήριξε, αποδίδοντας εν μέρει το αποτέλεσμα στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν συμμετείχε άμεσα στην εκλογική αναμέτρηση. Απέρριψε επίσης την εκτίμηση ότι οι ψηφοφόροι τιμώρησαν τους Ρεπουμπλικανούς εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης ή των καταγγελιών για διαφθορά στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Δεν θεωρεί, μάλιστα, ότι θα έπρεπε να είχε δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομία κατά την προεκλογική περίοδο.
Παράλληλα, δεν προανήγγειλε αλλαγές στο κυβερνητικό επιτελείο και εξέφρασε την πλήρη στήριξή του στον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στη διαχείριση του πολέμου. «Πιστεύω ότι είναι πραγματικά εξαιρετικός», δήλωσε.

Η ευθύνη των υποψηφίων και η συνεργασία με τους Δημοκρατικούς
Ο πρόεδρος αναγνώρισε ότι ορισμένοι από τους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους δεν κατάφεραν να πείσουν τους ψηφοφόρους, σημειώνοντας ότι κάποιοι είχαν σημαντικές αδυναμίες. Ανάμεσα στους ηττημένους ήταν και πρόσωπα που είχε στηρίξει προσωπικά, όπως η γερουσιαστής Ντάρλιν Γκράχαμ στη Νότια Καρολίνα, καθώς και ο γενικός εισαγγελέας του Τέξας Κεν Πάξτον, ο οποίος έχασε τη διεκδίκηση της έδρας στη Γερουσία από τον Δημοκρατικό Τζέιμς Ταλαρίκο.
«Προσπάθησα να τους βοηθήσω», είπε, προσθέτοντας ότι και οι δύο υποψήφιοι εργάστηκαν σκληρά, χωρίς όμως να καταφέρουν να εκλεγούν.
Ο Τραμπ δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων και δήλωσε ότι προσβλέπει σε συνεργασία με τους Δημοκρατικούς. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι θα χρησιμοποιήσει το δικαίωμα αρνησικυρίας του εάν χρειαστεί. «Θα συνεργαστούμε και θα τα πάμε πολύ καλά. Αν όχι, θα είμαστε πολύ σκληροί μαζί τους, όπως θα είναι και εκείνοι μαζί μας», ανέφερε.
Κλείνοντας, απέδωσε τις εκλογικές απώλειες στην απρόβλεπτη φύση της πολιτικής αναμέτρησης, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «μερικές φορές έτσι έρχονται τα πράγματα». Η παραδοχή του για το πολιτικό κόστος του πολέμου, χωρίς όμως αλλαγή στάσης απέναντι στη στρατιωτική επιλογή, αποτυπώνει το δίλημμα που αντιμετωπίζει ο Λευκός Οίκος: πώς θα περιορίσει την οικονομική και πολιτική δυσαρέσκεια χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί στο μέτωπο του Ιράν.






































