Σε αναβάθμιση των περισσότερων οικονομικών της στόχων για το 2026 προχώρησε η Τράπεζα Κύπρου, μετά τις ισχυρές επιδόσεις του τρίτου τριμήνου, σύμφωνα με την ανάλυση της Deutsche Bank. Τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν κατά 4% υψηλότερα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών της Deutsche Bank, κυρίως χάρη στις καθαρές αναστροφές προβλέψεων για πιστωτικές ζημιές, ενώ η ισχυρή λειτουργική επίδοση επέτρεψε στη διοίκηση να ανεβάσει τον πήχη για την κερδοφορία, την κεφαλαιακή δημιουργία και την πιστωτική επέκταση.
Ειδικότερα, η τράπεζα αναθεώρησε προς τα πάνω τον στόχο για την απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE), πλέον σε υψηλά διψήφια επίπεδα, από μεσαία διψήφια προηγουμένως. Παράλληλα, αναβάθμισε τον στόχο για την οργανική δημιουργία κεφαλαίου σε περισσότερες από 400 μονάδες βάσης, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 350-400 μονάδες βάσης, ενώ τοποθέτησε τον στόχο για τα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) περίπου στα 765 εκατ. ευρώ, από 750 εκατ. ευρώ.
Αντίστοιχα, ο στόχος για την πιστωτική επέκταση διαμορφώνεται πλέον σε υψηλά μονοψήφια ποσοστά, εξαιρουμένης της συναλλαγής με την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως (CDB), από αύξηση άνω του 5% προηγουμένως. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα, εξαιρουμένης της ειδικής εισφοράς, αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το 40%, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για περίπου 40%. Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά, ωστόσο, το κόστος πιστωτικού κινδύνου, καθώς η τράπεζα πλέον αναμένει μικρές καθαρές αναστροφές προβλέψεων για το σύνολο του 2026, αντί για επίδοση κοντά στο κατώτατο όριο των 40-50 μονάδων βάσης που προέβλεπε προηγουμένως.
Σε ευνοϊκότερη τροχιά τα καθαρά έσοδα από τόκους
Στο τρίτο τρίμηνο, τα καθαρά έσοδα από τόκους κινήθηκαν σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Deutsche Bank, καταγράφοντας αύξηση 4% σε τριμηνιαία και 9% σε ετήσια βάση, με τη στήριξη τόσο των επιτοκίων όσο και της συνεχιζόμενης αύξησης των όγκων εργασιών.
Οι αποδόσεις των δανείων ενισχύθηκαν κατά 7 μονάδες βάσης, στο 4,43%, υπερκαλύπτοντας την αύξηση κατά 4 μονάδες βάσης στο κόστος των καταθέσεων, το οποίο διαμορφώθηκε στο 0,32%.
Τα ακαθάριστα δάνεια αυξήθηκαν κατά 2% σε τριμηνιαία βάση και 9% σε ετήσια, ενώ οι καταθέσεις ενισχύθηκαν κατά 3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, ο νέος στόχος για τα καθαρά έσοδα από τόκους προϋποθέτει έσοδα περίπου 200 εκατ. ευρώ στο τέταρτο τρίμηνο, στοιχείο που αποτυπώνει τις αυξημένες προσδοκίες της διοίκησης για τη συνέχεια.
Θετική ήταν και η εικόνα των εσόδων από προμήθειες, τα οποία ανήλθαν στα 47 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας κατά 1% τις εκτιμήσεις της Deutsche Bank, με αύξηση 2% σε τριμηνιαία και 4% σε ετήσια βάση. Η επίδοση υποστηρίχθηκε κυρίως από τις προμήθειες καρτών και την εποχική αύξηση της συναλλακτικής δραστηριότητας.
Ακόμη καλύτερη ήταν η επίδοση στα καθαρά έσοδα από ασφαλιστικές εργασίες, τα οποία διαμορφώθηκαν στα 17 εκατ. ευρώ, υπερβαίνοντας κατά 7% τις εκτιμήσεις, με αύξηση 7% σε τριμηνιαία και 47% σε ετήσια βάση. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η βελτιωμένη εμπειρία αποζημιώσεων στον κλάδο των ασφαλειών ζωής.
Αντίθετα, τα έσοδα από χρηματοοικονομικές συναλλαγές περιορίστηκαν στα 3 εκατ. ευρώ, έναντι πρόβλεψης για 8 εκατ. ευρώ, λόγω ζημιών από αποτιμήσεις στην εύλογη αξία, σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας των επιτοκίων. Ως αποτέλεσμα, τα συνολικά έσοδα κινήθηκαν οριακά χαμηλότερα, κατά 0,2%, σε σχέση με τις εκτιμήσεις.
Αυξημένο το λειτουργικό κόστος, αλλά βελτιώνεται η αποδοτικότητα
Στο σκέλος των λειτουργικών εξόδων, η Τράπεζα Κύπρου εμφάνισε επιβάρυνση κατά 3% υψηλότερη από τις εκτιμήσεις της Deutsche Bank, με αύξηση 5% τόσο σε τριμηνιαία όσο και σε ετήσια βάση. Η εξέλιξη αποδίδεται κυρίως στην εποχική αύξηση των εισφορών και των ειδικών επιβαρύνσεων, η οποία, πάντως, ήταν εντός των προβλέψεων των αναλυτών.
Οι δαπάνες προσωπικού ανήλθαν στα 54 εκατ. ευρώ, κατά 5% υψηλότερα από τις εκτιμήσεις, αλλά μειωμένες κατά 5% σε τριμηνιαία βάση. Η μεταβολή συνδέεται με τη διαφορετική επίδραση των έκτακτων δαπανών προσωπικού, καθώς στο δεύτερο τρίμηνο είχε καταγραφεί επιβάρυνση περίπου 9 εκατ. ευρώ από το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, ενώ στο τρίτο τρίμηνο σχηματίστηκε πρόβλεψη περίπου 5,5 εκατ. ευρώ για αμοιβές συνδεδεμένες με την επίδοση. Εξαιρουμένων αυτών των παραγόντων, οι δαπάνες προσωπικού παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες σε τριμηνιαία βάση.
Παρά την αύξηση των εξόδων, ο δείκτης κόστους προς έσοδα, εξαιρουμένων των εισφορών, βελτιώθηκε στο 35% από 36% το προηγούμενο τρίμηνο.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή των προβλέψεων, καθώς η τράπεζα κατέγραψε καθαρές αναστροφές ύψους περίπου 4,4 εκατ. ευρώ, με το κόστος πιστωτικού κινδύνου να διαμορφώνεται αρνητικό, στις -20 μονάδες βάσης. Η εξέλιξη αντανακλά τόσο ανακτήσεις και αντιλογισμούς προβλέψεων για συγκεκριμένους πελάτες όσο και τη βελτίωση των μακροοικονομικών παραδοχών. Η συγκεκριμένη επίδοση οδήγησε και στην αναθεώρηση της ετήσιας εκτίμησης προς μικρές καθαρές αναστροφές προβλέψεων.
Ισχυρή κεφαλαιακή θέση παρά τις διανομές
Σε επίπεδο κεφαλαιακής επάρκειας, ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 20,6%, ή στο 20,3% σε pro forma βάση μετά τη συναλλαγή με την CDB, καταγράφοντας μείωση περίπου 30 μονάδων βάσης σε τριμηνιαία βάση.
Η οργανική δημιουργία κεφαλαίου, η οποία συνεισέφερε περίπου 120 μονάδες βάσης, δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει πλήρως την πρόβλεψη για διανομή του 70% των κερδών, με αρνητική επίδραση περίπου 90 μονάδων βάσης. Επιπλέον, η αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού (RWA) κατά 2,4% σε τριμηνιαία βάση επιβάρυνε τον δείκτη κατά περίπου 50 μονάδες βάσης, ενώ λοιποί παράγοντες είχαν πρόσθετη αρνητική επίδραση περίπου 10 μονάδων βάσης.
Παρά την τριμηνιαία υποχώρηση, η κεφαλαιακή θέση της Τράπεζας Κύπρου παραμένει ισχυρή, προσφέροντας σημαντικά περιθώρια για τη συνέχιση της αναπτυξιακής της πορείας και την υλοποίηση της πολιτικής διανομών προς τους μετόχους.






























![Επιβατική κίνηση: Αυξημένη κατά 2,4% τον Οκτώβριο [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/aeroplano-600x400-1.jpg)



