Το πρόβλημα εντοπίστηκε κυρίως στη δραστηριότητα fixed income (σταθερού εισοδήματος) της Goldman Sachs— δηλαδή στη διαπραγμάτευση τίτλων όπως κρατικά ομόλογα, στεγαστικά δάνεια, νομίσματα και εμπορεύματα. Αυτή η μονάδα, γνωστή και ως FICC (Fixed Income, Currencies, Commodities), είδε τα έσοδά της να μειώνονται κατά 10%, αντί για αύξηση 10% που ανέμεναν οι αναλυτές. Έτσι, η Goldman υστέρησε έναντι ανταγωνιστών όπως η JPMorgan Chase, η Citigroup και η Morgan Stanley, σημειώνουν οι Financial Times.
Στο επίκεντρο βρέθηκε το λεγόμενο rates desk — η ομάδα που κάνει συναλλαγές με προϊόντα που συνδέονται με τα επιτόκια. Τα επιτόκια καθορίζονται κυρίως από κεντρικές τράπεζες, όπως η Federal Reserve και επηρεάζουν το κόστος δανεισμού σε όλη την οικονομία.
Η Goldman είχε ποντάρει σε ένα σενάριο επιβράδυνσης της οικονομίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι κεντρικές τράπεζες συνήθως μειώνουν τα επιτόκια για να ενισχύσουν την ανάπτυξη. Η τράπεζα είχε τοποθετηθεί έτσι ώστε να κερδίσει αν συνέβαινε αυτό, ενώ παράλληλα είχε επενδύσεις σε τομείς όπως η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη που συνήθως πλήττονται σε περιόδους ύφεσης.
Ωστόσο, ο πόλεμος ανέτρεψε πλήρως αυτό το σενάριο. Η σύγκρουση αύξησε τον κίνδυνο πληθωρισμού (λόγω αύξησης των τιμών), κυρίως λόγω πιθανών διαταραχών στην ενέργεια. Όταν αυξάνεται ο πληθωρισμός, οι κεντρικές τράπεζες τείνουν να αυξάνουν τα επιτόκια για να τον περιορίσουν.
Έτσι, οι αγορές άρχισαν να προεξοφλούν ότι όχι μόνο η Fed, αλλά και η Τράπεζα της Αγγλίας και η ΕΚΤ ενδέχεται να αυξήσουν τα επιτόκια αντί να τα μειώσουν. Αυτή η αλλαγή έπληξε τις θέσεις της Goldman, που είχαν βασιστεί στο αντίθετο σενάριο.

Η Goldman βοήθησε πελάτες να ρευστοποιήσουν
Παράλληλα, σε μια περίοδο έντονης μεταβλητότητας (δηλαδή μεγάλων και απότομων διακυμάνσεων στις τιμές), η Goldman βοήθησε πελάτες να ρευστοποιήσουν τις θέσεις τους. Αν και αυτό αποτελεί βασικό ρόλο μιας τράπεζας ως market maker (ενδιάμεσος που διευκολύνει συναλλαγές), μπορεί να οδηγήσει σε ζημιές αν οι τιμές κινηθούν δυσμενώς.
Ο πρόεδρος της Goldman, Τζον Γουόλντρον, υπερασπίστηκε την απόδοση, λέγοντας ότι «ήταν στην πραγματικότητα ένα πολύ καλό τρίμηνο για το fixed income», σημειώνοντας ότι σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας «μπορεί να μπλοκάρεις σε συνθήκες όπου τα πράγματα δεν πάνε όπως τα περίμενες».
Μετά την οικονομική κρίση του 2008, πολλές τράπεζες έχουν περιορίσει το λεγόμενο directional risk — δηλαδή τα μεγάλα στοιχήματα για την κατεύθυνση των αγορών — και επικεντρώνονται περισσότερο σε δραστηριότητες χαμηλότερου κινδύνου, όπως η χρηματοδότηση και η εξυπηρέτηση πελατών.
Η Goldman, ωστόσο, παραμένει γνωστή για την πιο επιθετική ανάληψη κινδύνου, ειδικά στον τομέα των επιτοκίων. Αυτή η στρατηγική μπορεί να αποφέρει υψηλά κέρδη όταν οι προβλέψεις επιβεβαιώνονται, αλλά και σημαντικές απώλειες όταν οι αγορές κινούνται απρόβλεπτα — όπως συνέβη σε αυτή την περίπτωση.
Παρά τις απώλειες στο fixed income, η τράπεζα ανακοίνωσε τα υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη της τελευταίας πενταετίας. Το τμήμα μετοχών (equities) σημείωσε ρεκόρ εσόδων, επωφελούμενο από την ίδια μεταβλητότητα που προκάλεσε ζημιές στο τμήμα επιτοκίων.

































