Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ στις 16 και 17 Ιουνίου αποκαλύπτουν μια σαφή μεταβολή στη συζήτηση για τη νομισματική πολιτική.
Επομένως, το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον πόσο γρήγορα θα μειωθούν τα επιτόκια, αλλά αν η Fed θα μπορέσει να προχωρήσει σε οποιαδήποτε χαλάρωση πριν από το 2027 ή αν θα χρειαστεί προηγουμένως να αυξήσει εκ νέου το κόστος χρήματος.
Καταρχάς, η Επιτροπή διατήρησε ομόφωνα το εύρος του βασικού επιτοκίου στο 3,50%-3,75%, ωστόσο, η ουσία των πρακτικών βρίσκεται στη σημαντική διαφοροποίηση των εκτιμήσεων για τη συνέχεια.
Κι αυτό διότι πολλά μέλη θεωρούν ότι στο τέλος του 2026 το επιτόκιο θα μπορούσε να βρίσκεται στο σημερινό ή ελαφρώς χαμηλότερο επίπεδο, αλλά σχεδόν εξίσου πολλά εκτιμούν ότι η κατάλληλη στάση θα απαιτούσε υψηλότερα επιτόκια. Μερικοί αξιωματούχοι μάλιστα υποστήριξαν ότι υπήρχε ήδη επιχείρημα υπέρ μιας αύξησης τον Ιούνιο, παρότι τελικά συντάχθηκαν με την απόφαση αναμονής.
Η μετατόπιση αυτή εξηγείται πρωτίστως από τον πληθωρισμό. Ο δείκτης προσωπικών καταναλωτικών δαπανών αυξήθηκε κατά 3,8% τον Απρίλιο, ενώ ο δομικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 3,3%. Για τον Μάιο, οι υπηρεσίες της Fed εκτιμούσαν περαιτέρω άνοδο του γενικού πληθωρισμού στο 4,1% και του δομικού στο 3,4%.
Άρα, οι πιέσεις δεν αποδίδονται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά στη συνδυασμένη επίδραση των προηγούμενων αυξήσεων των δασμών, του υψηλότερου ενεργειακού κόστους λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και της εκρηκτικής ζήτησης που προκαλεί η ανάπτυξη των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.
Η τελευταία παράμετρος είναι ιδιαίτερα σημαντική. Οι επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, προηγμένο τεχνολογικό εξοπλισμό και λογισμικό στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη και ενισχύουν τις προσδοκίες για υψηλότερη παραγωγικότητα τα επόμενα χρόνια. Βραχυπρόθεσμα, όμως, αυξάνουν τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, ημιαγωγούς, εξειδικευμένο εξοπλισμό και ανθρώπινο κεφάλαιο, συμβάλλοντας στις πληθωριστικές πιέσεις.
Εξάλλου, η Fed αναγνωρίζει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί τελικά να μειώσει το κόστος παραγωγής και να διευρύνει την προσφορά, αλλά θεωρεί ότι η θετική αυτή επίδραση θα χρειαστεί χρόνο για να γίνει ορατή.
Παράλληλα, η αμερικανική οικονομία δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά που θα δικαιολογούσαν άμεση χαλάρωση.
Η ανάπτυξη παραμένει σταθερή, η κατανάλωση ανθεκτική και οι επιχειρηματικές επενδύσεις ισχυρές. Η ανεργία διαμορφώθηκε στο 4,3% τον Μάιο και έχει μεταβληθεί ελάχιστα σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ οι προσλήψεις συνέχισαν να αυξάνονται με ικανοποιητικό ρυθμό.
Επίσης, η αγορά εργασίας δεν φαίνεται να αποτελεί σήμερα πηγή έντονων πληθωριστικών πιέσεων, αλλά ούτε και δείχνει επαρκή επιδείνωση ώστε να πιέσει τη Fed να μειώσει τα επιτόκια.
Αυτό δημιουργεί ένα ασυνήθιστο μείγμα: ο πληθωρισμός βρίσκεται σαφώς πάνω από τον στόχο, η ανάπτυξη παραμένει ανθεκτική και οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες δεν έχουν γίνει ιδιαίτερα περιοριστικές. Κι έτσι, ορισμένα μέλη της Επιτροπής ανέφεραν μάλιστα ότι δεν θεωρούν τη σημερινή πολιτική πραγματικά περιοριστική, ενώ άλλα τη χαρακτήρισαν μόνο ελαφρώς περιοριστική.
Προφανώς, η αφαίρεση από την ανακοίνωση της προηγούμενης διατύπωσης που υποδήλωνε προδιάθεση για χαλάρωση ενισχύει το μήνυμα ότι η Fed δεν θέλει πλέον να δεσμεύεται προς την κατεύθυνση των μειώσεων.
Το βασικό σενάριο για τους επόμενους μήνες είναι συνεπώς η διατήρηση των επιτοκίων αμετάβλητων. Η ίδια η έρευνα της Fed μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά έδειξε ότι η διάμεση εκτίμηση δεν προβλέπει μεταβολή μέχρι τις αρχές του 2027 και τοποθετεί μία πρώτη μείωση στο δεύτερο τρίμηνο του επόμενου έτους. Οίκοθεν νοείται πως οι αγορές εμφανίζονται ακόμη πιο επιφυλακτικές, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις τιμολογούν πιθανότητα αύξησης στα μέσα του 2027, αν και μέρος αυτής της κίνησης αποδίδεται στην άνοδο του ασφαλίστρου διάρκειας των ομολόγων.
Με την πρωθύστερη παρατήρηση ότι η επόμενη συνεδρίαση (28 και 29 Ιουλίου) πιθανότατα δεν θα οδηγήσει σε μεταβολή των επιτοκίων, εκτός εάν μεσολαβήσει νέα σημαντική επιδείνωση στα στοιχεία του πληθωρισμού, φαίνεται να έχει περισσότερη σημασία το λεκτικό και το κατά πόσο η Fed θα επιμείνει ότι οι κίνδυνοι για τις τιμές παραμένουν αυξημένοι.
Ίσως μια νέα άνοδος στον δομικό πληθωρισμό, ισχυρότερη μετακύλιση των δασμών στις τελικές τιμές ή αναζωπύρωση των ενεργειακών πιέσεων να ενίσχυαν το ενδεχόμενο αύξησης, ενώ μια αποκλιμάκωση της βενζίνης, υποχώρηση των πιέσεων στις υπηρεσίες και σταδιακή επιβράδυνση της κατανάλωσης θα επέτρεπαν στη Fed να παραμείνει σε αναμονή.
Για τις αγορές, το μήνυμα είναι σύνθετο. Οι υψηλότερες αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων και η ενίσχυση του δολαρίου αποτελούν αντίβαρο για τις αποτιμήσεις, ιδιαίτερα σε εταιρείες υψηλής ανάπτυξης και σε αναδυόμενες αγορές. Παρ’ όλα αυτά, ο S&P 500 παραμένει κοντά σε ιστορικά υψηλά, κυρίως λόγω της ανόδου των προσδοκιών κερδοφορίας στον τεχνολογικό κλάδο. Αυτό δείχνει ότι, προς το παρόν, οι ισχυρές εταιρικές επιδόσεις και το επενδυτικό αφήγημα της τεχνητής νοημοσύνης υπερισχύουν της πίεσης από τα υψηλότερα επιτόκια.
Η συνέχεια θα εξαρτηθεί από το αν η ανάπτυξη μπορεί να παραμείνει ισχυρή χωρίς να τροφοδοτεί νέο πληθωριστικό κύμα. Το πιθανότερο είναι ότι η Fed θα διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα για μεγάλο διάστημα, περιμένοντας καθαρότερες ενδείξεις. Οι μειώσεις έχουν μετατεθεί χρονικά, ενώ η πιθανότητα νέας αύξησης, αν και δεν αποτελεί ακόμη το βασικό σενάριο, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αμελητέα. Σε αυτό το περιβάλλον, οι αγορές θα συνεχίσουν να επιβραβεύουν την πραγματική αύξηση της κερδοφορίας, την ισχυρή παραγωγή ταμειακών ροών και τους υγιείς ισολογισμούς, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στην προσδοκία φθηνότερου χρήματος.

































![Ελαιόλαδο: Προοπτικές της αγοράς τη νέα σεζόν – Προβλέψεις για τιμές και παραγωγή [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/11/elaiolado.olive-oil-83255.jpg)


