Στη διάρκεια της πυραυλικής κρίσης της Κούβας στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζων Φ. Κένεντυ, αναφερόμενος στο ενδεχόμενο ενός πολέμου με τη Σοβιετική Ένωση, είχε δηλώσει: «Ακόμα και οι καρποί της νίκης θα ήταν στάχτυ στο στόμα μας». Με τη δήλωσή του αυτή, ο Αμερικανός πρόεδρος συνηγορούσε υπέρ της πολιτικής της αποτροπής, σύμφωνα με την οποία στην εποχή των πυρηνικών όπλων, μια πολεμική σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων δεν θα είχε νικητές αλλά μόνον επιζώντες.
Με εμπνευστή της τον στρατηγό Μπερνορντ Μπρόντι, η πολιτική της αποτροπή, όταν εφαρμόζεται αποτελεσματικά, αποθαρρύνει ένα αντίπαλο να προβεί σε ανεπιθύμητες ενέργειες. Όπως τονίζει ο Άντριου Φ. Κρεπίνεβιτς, ανώτατο στέλεχος του Ινστιτούτου Ηunson η αποτροπή λειτουργεί αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίον ο αντίπαλος υπολογίζει το κόστος, τα οφέλη και τους κινδύνους. Μια χώρα μπορεί, για παράδειγμα, να πείσει τους αντιπάλους της ότι μια επίθεση είναι τόσο απίθανο να επιτύχει που δεν αξίζει καν την προσπάθεια: αποτροπή μέσω της άρνησης. Ή μια χώρα μπορεί να πείσει τους αντιπάλους της ότι η ήττα της θα ήταν τόσο δαπανηρή που θα αποτελούσε νίκη μόνο κατ’ όνομα: αποτροπή μέσω της τιμωρίας. Και στις δύο περιπτώσεις, ένας λογικός αντίπαλος θα αποφασίσει να παραμείνει στη θέση του.
Μέσω της απειλής της άρνησης ή της τιμωρίας, η αποτροπή βοήθησε στη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για πάνω από επτά δεκαετίες.
Το ίδιο καθεστώς ίσχυσε και 32 χρόνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με την αμυντική στρατηγική των ΗΠΑ να είναι αποτρεπτική. Η κατάσταση όμως σήμερα, μετά την επανεκλογή Τραμπ στην προεδρία παραμένει ασαφής.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει δυσαρεστημένος που δεν τιμήθηκε με το Νόμπελ της Ειρήνης και λίγο αργότερα βομβαρδίζει το Ιράν!!!
Ακόμα χειροτέρα, ενώ δείχνει να αποδέχεται την αρχή της αποτροπής, δεν εξηγεί με ποιον τρόπο οι ΗΠΑ θα αποτρέψουν νέες πυρηνικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, να γίνουν επιθετικές.
Η υπόθεση είναι ότι δεν χρειάζεται εξήγηση: τα σύγχρονα όπλα είναι τόσο καταστροφικά που κανένας λογικός ηγέτης δεν θα διακινδύνευε να πυροδοτήσει έναν γενικό πόλεμο – και έτσι οι απαιτήσεις για αποτροπή είναι σχετικά μέτριες.
Όμως ο κ.Andrew F. Krepinevieh Jr, διαφωνεί με την αντίληψη αυτή και τη θεωρεί «βαθιά άστοχη». «……Στην πραγματικότητα», έγραψε στην επιθεώρηση «Φορέιν Αφαιρς», «………η αποτροπή της επιθετικότητας έχει γίνει όλο και πιο δύσκολη και εξακολουθεί να γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, ως αποτέλεσμα εξελίξεων τόσο τεχνολογικών όσο και γεωπολιτικών. Η εποχή της πρωτοφανούς στρατιωτικής κυριαρχίας των ΗΠΑ που ακολούθησε τον Ψυχρό Πόλεμο έχει τελειώσει, οδηγώντας σε ανανεωμένο ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και δυο μεγάλων αναθεωρητικών δυνάμεων, της Κίνας και της Ρωσίας. Ο στρατιωτικός ανταγωνισμός επεκτείνεται σε αρκετούς νέους τομείς, από το διάστημα και τον κυβερνοχώρο έως τον πυθμένα της θάλασσας, και οι νέες δυνατότητες κάνουν δυσκολότερη την ακριβή μέτρηση της ισορροπίας της στρατιωτικής ισχύος. Εν τω μεταξύ, η πρόοδος της επιστήμης της γνώσης αμφισβητεί τις θεωρητικές βάσεις της αποτροπής, ανατρέποντας την κατανόησή μας για τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σε καταστάσεις υψηλού ρίσκου – όπως όταν αντιμετωπίζουν πιθανότητες πολέμου.
Συνολικά αυτές οι εξελίξεις οδηγούν σε ένα αναπόφευκτο – και ενοχλητικό – συμπέρασμα: Η μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση της τρέχουσας εποχής δεν είναι ούτε η επιστροφή της αντιπαλότητας των μεγάλων δυνάμεων ούτε η διάδοση των προηγμένων όπλων. Είναι η παρακμή της αποτροπής.
Αυτό σημαίνει ότι στη νέα εποχή η αβεβαιότητα αποτελεί καθεστώς, οι δε νέες τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνης προσθέτουν νέα δεδομένους στους όρους διεξαγωγής πολέμου.
Συνεπώς, για να μειωθεί η αβεβαιότητα που περιβάλλει τις νέες μη δοκιμασμένες δυνατότητες, οι στρατοί που συνθέτουν το ΝΑΤΟ, με πρώτη την Αμερική βέβαια, θα πρέπει να εκπαιδεύονται για ένα ευρύτερο φάσμα σεναρίων σύγκρουσης.
Όπως υπογραμμίζουν κορυφαίοι παρατηρητές της πολεμικής στρατηγικής, η διεξαγωγή ρεαλιστικών ασκήσεων σε επιχειρησιακό επίπεδο πολέμου – το επίπεδο στο οποίο διεξάγονται στρατιωτικές εκστρατείες εναντίον προηγμένων στρατιωτικών δυνάμεων – μπορεί να αποκαλύψει πολλά για την αποτελεσματικότητα διαφόρων στρατιωτικών δογμάτων, δομών δυνάμεων και δυνατοτήτων.
Όσον αφορά την ανθρώπινη φύση, φυσικά, λίγα μπορούν να γίνουν για να αλλάξει αυτό. Αλλά οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζουν πώς οι άνθρωποι λαμβάνουν αποφάσεις υπό συνθήκες κινδύνου. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εμβαθύνουν στις συμπεριφορικές και γνωστικές επιστήμες περισσότερο από όσο οι προκάτοχοι τους στην αυγή της πυρηνικής εποχής έπρεπε να αναπτύξουν μια βαθιά κατανόηση της κβαντικής φυσικής. Σημαίνει, ωστόσο, ότι πρέπει να έχουν σαφή επίγνωση του τι συνεπάγονται τα ευρήματα αυτών των πεδίων για τις προοπτικές επιτυχίας μιας στρατηγικής αποτροπής. Συγκεκριμένα, αξίζει να γνωρίζουμε τι εκτιμούν περισσότερο οι μεμονωμένοι αντίπαλοι, ιδίως οι δικτάτορες, και τι φοβούνται να χάσουν. Αυτή η γνώση επιτρέπει στους ηγέτες να τελειοποιούν τις στρατηγικές αποτροπής τους με βάση την τιμωρία.
Ιδού ένα πεδίο προβληματισμού και για τις δικές μας ένοπλες δυνάμεις, σε μια εποχή όπου αναθεωρητικές μεγάλες δυνάμεις αναδύονται και ο στρατιωτικός ανταγωνισμός επεκτείνεται ώστε να περιλαμβάνει νέα όπλα και άγνωστους τομείς. Υπό παρόμοιες συνθήκες η αποτροπή γίνεται όλο και πιο δύσκολη και ίσως κάποιοι γείτονές μας να ποντάρουν σε αυτό.





































