Στη μετά Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) εποχή έχει ήδη εισέλθει η ελληνική οικονομία, μετά τη λήξη στα τέλη Μαΐου της προθεσμίας για την υπογραφή δανειακών συμβάσεων από τράπεζες και επιχειρήσεις.
Συνολικά συμβασιοποιήθηκαν δάνεια ύψους 13,2 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δράσης, τα οποία αναμένεται να εκταμιευτούν σταδιακά έως και το 2029.
Κι αυτό διότι τα ιδιωτικά έργα που χρηματοδοτούνται από το RRF έχουν πολυετείς ορίζοντες υλοποίησης. Ως εκ τούτου, η θετική μακροοικονομική τους επίδραση είναι πολυετής.
Για την επόμενη ημέρα το ζητούμενο, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, δεν είναι αν θα υπάρξει διαθέσιμη ρευστότητα για την ικανοποίηση της ζήτησης που θα εκδηλωθεί από επιχειρήσεις, αλλά το ποιοι θα είναι οι όροι διοχέτευσής της στην αγορά.
«Σίγουρα δεν θα ξαναδούμε όρους δανεισμού τόσο ευνοϊκούς, όπως τα προηγούμενα χρόνια μέσω του ΤΑΑ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι χορηγήσεις θα ακριβύνουν σε υπερβολικό βαθμό», τονίζουν σχετικά οι ίδιοι κύκλοι.
Με την ολοκλήρωση της θεσμικής αναβάθμισης της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας μέσω του ευρωπαϊκού Pillar Assessment και την κεφαλαιακή ενίσχυσή της με 2 δισ. ευρώ, θα μπορεί να λειτουργήσει ως εθνική χρηματοδοτική πλατφόρμα, συνδυάζοντας ευρωπαϊκά κεφάλαια, δικούς της πόρους και τραπεζική συγχρηματοδότηση
Τα εργαλεία
Στο θέμα αναφέρθηκε και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, σε πρόσφατη δημόσια τοποθέτησή του.
Όπως είπε, μία σειρά από εργαλεία θα συνεχίσουν να εξασφαλίζουν πόρους για τη χρηματοδότηση επενδύσεων.
Συγκεκριμένα, έκανε λόγο στα κονδύλια από την πολιτική συνοχής, στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ (ΠΔΠ 2028-34), το οποίο βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, στο εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και στις ιδιωτικές επενδύσεις, εγχώριες και ξένες.
Αναλυτικότερα, το νέο οικοσύστημα χρηματοδότησης αναμένεται να περιλαμβάνει:
- προγράμματα του ΕΣΠΑ 2021–2027,
- χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας,
- ταμεία εγγυοδοσίας,
- ταμεία συγχρηματοδότησης,
- δράσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων,
- πρωτοβουλίες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων,
- το πρόγραμμα InvestEU,
- ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση
Ο τραπεζικός δανεισμός
Όλα αυτά, μαζί με τον κλασικό τραπεζικό δανεισμό θα συμβάλλουν καθοριστικά στη συνέχιση της επενδυτικής δραστηριότητας με ευνοϊκούς για τις επιχειρήσεις όρους.
Πηγή από συστημικό όμιλο υποστηρίζει σχετικά πως τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα διαθέτουν ισχυρούς δείκτες ρευστότητας και πανεύκολη πρόσβαση στις αγορές με χαμηλά επιτόκια, μετά την ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους και την επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα.
Ως εκ τούτου, είναι σε θέση να προσφέρουν χαμηλότοκα δάνεια στους πελάτες τους.
Επιπλέον πίεση στα spreads ασκεί και ο ανταγωνισμός που έχει ενισχυθεί σημαντικά μετά την ενεργοποίηση μη συστημικών παικτών.
Ο ρόλος της ΕΑΤ
Ταυτόχρονα, αναβαθμίζεται ο ρόλος της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ) μετά τη θεσμική αναβάθμισή της μέσω του ευρωπαϊκού Pillar Assessment.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η ΕΑΤ θα μπορεί να μεταβεί από τον ρόλο του διαχειριστή επιμέρους εθνικών και συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων σε εκείνον του άμεσου εταίρου υλοποίησης των δράσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με το σχέδιο της κυβέρνησης για κεφαλαιακή ενίσχυση της ΕΑΤ με 2 δισ. ευρώ, θα διευρύνει σημαντικά τις δυνατότητές για υποστήριξη της χρηματοδότησης της οικονομίας.
Στην πράξη, θα μπορεί να λειτουργήσει ως εθνική χρηματοδοτική πλατφόρμα, συνδυάζοντας ευρωπαϊκά κεφάλαια, δικούς της πόρους και τραπεζική συγχρηματοδότηση.
Θα σχεδιάζει τα εργαλεία, θα αναλαμβάνει την εγγυοδοσία και θα επιμερίζει τον κίνδυνο, με στόχο να αποκτήσουν καλύτερη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα κυρίως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Έτσι, στη μετά-RRF εποχή, η ΕΑΤ μπορεί να αποτελέσει τον βασικό μηχανισμό για την προώθηση της αναπτυξιακής χρηματοδότησης, με ανακυκλούμενα δάνεια, εγγυήσεις και εργαλεία μόχλευσης.
Όπως τονίζουν τραπεζικοί κύκλοι, «η επιτυχία αυτού του μοντέλου θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματική συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, την ικανότητα των επιχειρήσεων να σχεδιάζουν ώριμα επενδυτικά έργα και τη διατήρηση μιας σταθερής πιστωτικής πολιτικής που θα στηρίζει την παραγωγική οικονομία».
Σημειώνουν δε πως «για την Ελλάδα η πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν είναι μόνο η εξασφάλιση επαρκών χρηματοδοτικών πόρων, αλλά κυρίως η διοχέτευσή τους σε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, ικανές να ενισχύσουν την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη».




![Ρωσία: Απειλείται με ενεργειακή και τραπεζική κρίση καθώς διογκώνεται το χρέος [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/kremlino.jpg)





























