Η τελευταία κρίση στις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Ουκρανίας αντηχεί ισχυρά τις πιο σκοτεινές ημέρες του 2025. Η διαβόητη τηλεοπτική αντιπαράθεση στο Οβάλ Γραφείο μεταξύ του Τζ. Ντ. Βανς, του Ντόναλντ Τραμπ και του Βολοντίμιρ Ζελένσκι αποκρυστάλλωσε τους φόβους ότι η Αμερική είχε πλέον ταχθεί στο πλευρό της Ρωσίας. Αυτές οι ανησυχίες φούντωσαν ξανά με τη σύνοδο κορυφής Τραμπ-Πούτιν στην Αλάσκα.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντέδρασαν σε αυτές τις προηγούμενες κρίσεις με αποφασιστική προσπάθεια «ψιθύρου στον Τραμπ». Αγκάλιασαν τον Ζελένσκι και τον καθοδήγησαν πώς να ακούγεται ευγνώμων και συμβιβαστικός στις επαφές του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Και κατέκλυσαν τον Τραμπ με τηλεφωνήματα και κολακείες, σε μια προσπάθεια να αμβλύνουν τις πιο αιχμηρές γωνίες της αμερικανικής πολιτικής.
Αυτήν τη φορά τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Ο Ζελένσκι είναι πολύ λιγότερο συγκρατημένος στις δηλώσεις του για τον Τραμπ. Κατηγόρησε ανοιχτά τις ΗΠΑ ότι στραγγαλίζουν τις δορυφορικές υπηρεσίες στην Ουκρανία και άφησε να εννοηθεί ότι ο Τραμπ ελκύεται από αυταρχικούς ηγέτες. Οι Οκρανοί αψήφησαν επίσης την απαίτηση των ΗΠΑ να σταματήσουν να πλήττουν ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις. Το προηγούμενο το σαββατοκύριακο σημειώθηκαν μερικά από τα μεγαλύτερα πλήγματα μέχρι σήμερα σε εγκαταστάσεις πετρελαίου στην Αγία Πετρούπολη.
Οι δημόσιες δηλώσεις του Ζελένσκι μπορεί να υποκινούνται, σε μεγάλο βαθμό, από θυμό και αγανάκτηση. Αλλά πιθανότατα υπάρχει και κάποια σκοπιμότητα πίσω από την αλλαγή του τόνου του. Με τον Τραμπ να αποδυναμώνεται στις δημοσκοπήσεις και τους Ρεπουμπλικανούς να οδεύουν προφανώς προς την ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές, θα μπορούσε να αξίζει τον κόπο να απευθυνθεί στους Αμερικανούς προσπερνώντας τον πρόεδρο και τους φίλους του. Κατά την προεκλογική εκστρατεία, ακόμη και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι αμφισβήτησαν το σχέδιο του Τραμπ να αγοράσει ρωσικό ντίζελ. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Αμερικανοί δεν συμμερίζονται τον θαυμασμό του Τραμπ για τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Υπάρχει επίσης μια σημαντική στροφή σε εξέλιξη στην προσέγγιση της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία. Υπάρχει μια αυξανόμενη συναίνεση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι οι ηγέτες της ηπείρου δεν μπορούν πλέον να ανέχονται μια κατάσταση όπου μόνο οι Αμερικανοί συνομιλούν με τον Πούτιν. Οι δίαυλοι επικοινωνίας με τους Ρώσους είναι ήδη ανοιχτοί και σύντομα ενδέχεται να πραγματοποιηθεί μια τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ Ευρωπαίων ηγετών και Πούτιν.
Η αλλαγή στάσης αντανακλά την πεποίθηση ότι η τακτική του «ψιθύρου στον Τραμπ» γίνεται όλο και πιο αναποτελεσματική —ιδίως δεδομένης της ενασχόλησης του προέδρου με τις ενδιάμεσες εκλογές και της οργής του για αυτό που θεωρεί αποτυχία της Ευρώπης να τον βοηθήσει στο Ιράν. Οι Ευρωπαίοι φοβούνται επίσης ότι η αμερικανική πολιτική καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από την επιθυμία για επιχειρηματικές συμφωνίες με τη Ρωσία, παρά από ένα συνεκτικό όραμα ασφάλειας.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική βασίζεται επί του παρόντος σε δύο πυλώνες: στη στήριξη της Ουκρανίας και στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Και οι δύο πολιτικές θεωρούνται ζωτικής σημασίας, ιδίως καθώς η αμερικανική βοήθεια προς την Ουκρανία εξασθενεί. Ωστόσο, η άμεση ευρωπαϊκή εμπλοκή σε προσπάθειες επίτευξης ειρήνης θεωρείται επίσης όλο και περισσότερο αναγκαία — ειδικά δεδομένου ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια είναι αυτά που κρατούν την Ουκρανία ζωντανή, μετά τη διακοπή της αμερικανικής χρηματοδοτικής βοήθειας.
Οι Ευρωπαίοι δείχνουν σίγουροι ότι ο Πούτιν θα είναι πρόθυμος να συζητήσει. Αλλά ο ίδιος ο Ρώσος ηγέτης πιστεύεται ότι προωθεί την ιδέα μιας τριμερούς συνόδου κορυφής μεταξύ του ιδίου, του Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ της Κίνας. Αυτού του είδους η σύνοδος κορυφής θα εξυπηρετούσε τις μεγαλόπνοες φιλοδοξίες της Ρωσίας ως υπερδύναμης — και θα κρατούσε την Ουκρανία και τους σημαντικότερους υποστηρικτές της εκτός της αίθουσας.
Η ρωσική επιφυλακτικότητα όσον αφορά τη συμμετοχή των Ευρωπαίων ενδέχεται να ενισχυθεί από το είδος των προτάσεων που θα μπορούσαν να πέσουν στο τραπέζι. Εάν και όταν πραγματοποιηθούν οι ευρωπαϊκές συνομιλίες με τον Πούτιν, ο Ρώσος ηγέτης είναι πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπος με δύο πιθανές οδούς προς την ειρήνη. Η πρώτη είναι να παγώσει η σύγκρουση στη σημερινή γραμμή ελέγχου — και ως αντάλλαγμα να λάβει την εγγύηση ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ. Η δεύτερη επιλογή θα ήταν η Ουκρανία να παραχωρήσει το υπόλοιπο του Νονμπάς στη Ρωσία — αλλά στη συνέχεια να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
Και οι δύο αυτές επιλογές θα θεωρούνταν προδοσία από ορισμένους στην Ουκρανία. Αλλά, δεδομένης της ισχυρής επιθυμίας για ειρήνη στη χώρα του, ο Ζελένσκι ίσως μπορέσει να «πουλήσει» κάποια από τις δύο ιδέες. Οι Ευρωπαίοι είναι πολύ λιγότερο σίγουροι ότι ο Πούτιν είναι έτοιμος να αποδεχτεί κάποια από τις δύο. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι σημαντικό να αρχίσουν να συνομιλούν απευθείας με τους Ρώσους.
Παράλληλα με τη διπλωματική αναθεώρηση, υπάρχει επίσης μια αυξανόμενη ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα να καταστεί η ήπειρος λιγότερο εξαρτημένη από την Αμερική για κρίσιμες δυνατότητες —και συγκεκριμένα για την κάλυψη μέσω δορυφόρων που παρέχουν τα Starshield και Starlink. Δύο φινλανδικές εταιρείες -η Nokia και η Iceye-ανακοίνωσαν αυτόν τον μήνα μια συνεργασία για την ανάπτυξη δικτύων δορυφορικών επικοινωνιών για στρατιωτικούς και πολιτικούς σκοπούς. Ωστόσο, οι πρώτες εκτοξεύσεις δεν αναμένονται πριν από το 2028 — επομένως αυτό δεν μπορεί να λύσει τα άμεσα προβλήματα της Ουκρανίας.
Προς το παρόν, η κυβέρνηση του Ζελένσκι παραμένει εξαιρετικά εξαρτημένη από τις αμερικανικές δορυφορικές δυνατότητες, τόσο για την άμυνα απέναντι σε εισερχόμενες επιθέσεις όσο και για την παροχή πληροφοριών για επιχειρήσεις αντεπίθεσης. Πράγματι, οι Ουκρανοί δεν έχουν εγκαταλείψει την ελπίδα ότι μπορούν να πείσουν τις ΗΠΑ να παρατείνουν τη δορυφορική βοήθεια, επιτρέποντάς τους να στοχεύουν εγκαταστάσεις εκτόξευσης πυραύλων στα βάθη της Ρωσίας.
Το γεγονός ότι η Ουκρανία εξακολουθεί να είναι τόσο εξαρτημένη από τις αμερικανικές δυνατότητες θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι είναι προς το συμφέρον του Ζελένσκι να συνεχίσει να είναι όσο το δυνατόν πιο δουλοπρεπής απέναντι στον Τραμπ και στον Ιλον Μασκ — με την ελπίδα ότι θα ενδώσουν και θα παρέχουν στο Κίεβο τη βοήθεια που χρειάζεται.
Αντιθέτως, ο Ουκρανός ηγέτης κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έχει συζητήσει ακόμη και το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να ταχθούν ανοιχτά στο πλευρό της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας. «Έχει φτάσει στο σημείο να το τραβήξει στα άκρα», εκτιμά κορυφαίος ευρωπαίος διπλωμάτης.
Αυτή είναι βέβαια μια ριψοκίνδυνη στρατηγική. Αλλά ο Τραμπ δεν έχει αφήσει στους Οκρανούς πολλές καλύτερες επιλογές.



































