Τι κι αν ξανάρχισαν τα μαθήματα στα Λύκεια και τα Πανεπιστήμια μετά το πανεκπαιδευτικό κίνημα των διακοπών του φθινοπώρου, τι κι αν η TotalEnergies υπόσχεται μείωση της τιμής της αμόλυβδης στην αντλία κατά 18 με 21 λεπτά του ευρώ, τι κι αν ο υπουργός Εμπορίου της κυβέρνησης Σερζ Σαπέν εκτιμά ότι η τιμή του λίτρου κάλλιστα μπορεί να πέσει στα 1,75 ευρώ, παύση των κοινωνικών κινητοποιήσεων δεν διαφαίνεται στο γαλλικό ορίζοντα. Τη φορά αυτή οι Γάλλοι θα κατέβουν στους δρόμους ανταποκρινομενοι στο ραντεβού που έχουν κλείσει με τα συνδικάτα για την Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου.
Η αλήθεια πάντως είναι ότι η τρίτη ημέρα κινητοποιήσεων που διοργανώθηκε κυρίως από τους μαθητές και φοιτητές το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, χαρακτηρίστηκε από μείωση της προσέλευσης του κόσμου. Οι συμμετέχοντες υπολογίστηκαν από 320.000 έως 500.000 σε όλη τη χώρα, ενώ δεν σημειώθηκαν σοβαρές συγκρούσεις με την αστυνομία και επίσης λεηλασίες, όπως αυτές της 17ης Οκτωβρίου.
«Θα ήταν όμως επικίνδυνο να ερμηνευθεί αυτό ως μια διαρκής εξασθένηση της δυναμικής των κινητοποιήσεων, κυρίως επειδή η πρώτη εβδομάδα επιστροφής στο σχολείο είναι πάντοτε πολυάσχολη», γράφει στη «Les Echos» η Λεϊλά ντε Κομαρμόν.
«Στα λύκεια και τα πανεπιστήμια, πρώτα και κύρια, η κυβέρνηση έχει λόγους να ανησυχεί. Είναι αβέβαιο εάν οι ανακοινώσεις που έγιναν στις 26 Οκτωβρίου θα είναι αρκετές για να ηρεμήσουν τα πράγματα καθώς ήταν κατώτερες των προσδοκιών των φοιτητικών οργανώσεων», εξηγεί η ρεπόρτερ της οικονομικής εφημερίδας.

Η αγοραστική δύναμη στη Γαλλία
Έτσι για την Πέμπτη οι φοιτητικές και μαθητικές οργανώσεις της Γαλλίας σχεδιάζουν αποκλεισμούς των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε ολόκληρη τη χώρα. Είναι μια μέρα κινητοποιήσεων που διοργανώνουν (ομόφωνα πλέον) τα εργατικά συνδικάτα της χώρας, με κεντρικό αίτημα την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Είναι μια κινητοποίηση που «αναμένεται να προσελκύσει μεγάλο πλήθος», όπως δήλωσε στην Κυριακάτικη «La Tribune Dimanche» ο γενικός γραμματέας του συνδικάτου Force Ouvrière, Φρεντερίκ Σουγιό. «Όλα αυξάνονται στη Γαλλία, εκτός από τους μισθούς και τις συντάξεις», υπογράμμιζαν στο δελτίο τύπου που εξέδωσαν στις αρχές Οκτωβρίου οι CFDT, CGT, Force Ouvrière και FSU, στις οποίες προσχώρησαν αργότερα οι CFTC, CFE-CGC και Solidaires.
Ουσιαστικά στις κινητοποιήσεις των μαθητών και των φοιτητών για εκπαιδευτικά ζητήματα προστέθηκαν εκείνες των δημοσίων υπαλλήλων, των οποίων οι αποδοχές μένουν στάσιμες (ενώ η αγοραστική δύναμη εξασθενεί) λόγω της ανακοίνωσης ενός ακόμη παγώματος των αυξήσεων το 2027. Η τόνωση της αγοραστικής δύναμης μέσω μισθολογικών αυξήσεων (αφού η κυβέρνηση μοιάζει ανίκανη να συγκρατήσει τις τιμές, κυρίως τις τιμές ενέργειας), είναι το κεντρικό αίτημα και των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Τα βλέμματα στον κατώτατο μισθό
«Ουδείς αναμένει ανακοινώσεις πριν από τις 5 Νοεμβρίου. Αλλά έχοντας συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση της κοινωνικής πίεσης αδυνατώντας να κατανοήσει τη σημασία του κινήματος των μαθητών Λυκείου, η κυβέρνηση προετοιμάζει την επόμενη κίνησή της. Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί συναντήθηκε με τους ηγέτες των συνδικάτων, οι οποίοι επέμειναν να ασχοληθεί με την αγοραστική δύναμη», γράφει η Κομαρμόν στη «Les Echos».
Στη συνέχεια ο υπουργός Εργασίας Ζαν-Πιερ Φαραντού είχε επαφές με τους συνδικαλιστικούς ηγέτες σε ξεχωριστές συναντήσεις, ενώ συναντήθηκε επίσης με τους επικεφαλής των οργανώσεων των εργοδοτών σε δύο γύρους συνομιλιών.
Αρχικά η κυβέρνηση προσπάθησε να περιοριστεί στην επίσπευση της νομικά υποχρεωτικής αύξησης του κατώτατου μισθού κατά μερικές εβδομάδες, σχεδόν δύο μήνες προτού μπει ο νέος χρόνος και εφαρμοστεί η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή. Κάτι παρόμοιο είχε να συμβεί από το 2012.
«Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν είναι ταμπού», επιβεβαίωσε ο Ζαν-Πιερ Φαραντού μιλώντας στο ραδιόφωνο France Inter. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της «Les Echos», η κυβέρνηση ξεκίνησε να συζητά μια αύξηση 0,5 έως 0,6 ποσοστιαίων μονάδων επιπλέον της νόμιμα προβλεπόμενης (βάσει της ΑΤΑ) αύξησης του κατώτατου μισθού, αλλά θα μπορούσε να προχωρήσει περαιτέρω και να επιλέξει μια μεγαλύτερη αύξηση.
Αυτό όμως δεν φαίνεται να ικανοποιεί τα αιτήματα των συνδικάτων, τα οποία ζητούν αυξήσεις που κυμαίνονται από 100 ευρώ το μήνα δηλαδή 6% (η CFDT) έως 150 ευρώ ή10% (η CGT). Η Force Ouvrière προτείνει αύξηση 130 ευρώ για τον κατώτατο μηνιαίο μισθό, που είναι σήμερα 1.867,02 ευρώ μικτά ή 1.477,93 ευρώ καθαρά.
«Υποκατώτατος» και στη Γαλλία
Σύμφωνα με το γαλλικό Τύπο, από την ημερήσια διάταξη των διαπραγματεύσεων εργοδοτών-εργαζομένων αποσύρεται η πρόταση της μεγαλύτερης ένωσης εργοδοτών της Γαλλίας, Medef, προς τα συνδικάτα για επαναφορά μιας Σύμβασης Πρώτης Απασχόλησης.
Πρόκειται για μια ιδέα που προβλέπει την εισαγωγή για όσους ξεκινούν την επαγγελματική τους καριέρα ενός πρώτου μισθού χαμηλότερου από τον κατώτατο. Η πρόταση αυτή, που είχε υποβληθεί στις αρχές του 2025, προκάλεσε την οργή των συνδικάτων και η απόσυρσή της από το τραπέζι αναμένεται να βελτιώσει το κλίμα των διαπραγματεύσεων.
Σε κάποιους κλάδους, πάντως, οι νέοι ήδη προσλαμβάνονται με μισθούς χαμηλότερους από τον κατώτατο (SMIC). Εσχάτως τα συνδικάτα ζήτησαν από την κυβέρνηση να εντάξει με διάταγμα στον τρέχοντα Προϋπολογισμό κοινωνικής ασφάλισης του 2026 διάταξη που θα «τιμωρεί» τους τομείς στους οποίους οι συλλογικά συμφωνημένοι κατώτατοι μισθοί έχουν ήδη καθοριστεί χαμηλότερα από τον SMIC.
Η τιμωρία θα είναι αντί να υπολογίζονται οι μειώσεις εισφορών των εργοδοτών με βάση το νόμιμο κατώτατο, να υπολογίζονται με βάση το ποσό του συλλογικά συμφωνημένου «υποκατώτατου», αυτού δηλαδή που καταβάλλουν στην πράξη.



































