Η πρώτη επικεντρώνεται στην αναλογία του σταθερού κόστους στο συνολικό κόστος λειτουργίας της λογιστικής οντότητας. Συνήθως το σταθερό κόστος συνδέεται με τα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αντιπροσωπεύουν επενδύσεις σε πάγιο εξοπλισμό, το ύψος των οποίων καθορίζεται από διοικητικές αποφάσεις με μακροχρόνιο προσανατολισμό. Η συμπεριφορά κόστους εξειδικεύεται στο τρόπο μεταβολής του ύψους ενός στοιχείου κόστους καθώς μεταβάλλεται το επίπεδο λειτουργικής δραστηριότητας της λογιστικής οντότητας. Αν το ύψος της σχετική οικονομικής δαπάνης παραμένει αμετάβλητο καθώς μεταβάλλεται το επίπεδο λειτουργικής δραστηριότητας τότε το σχετικό στοιχείο κόστους θεωρείται σταθερό. Αν όμως το επίπεδο της δαπάνης μεταβάλλεται τότε το σχετικό στοιχείο κόστους χαρακτηρίζεται ως μεταβλητό.

Η συμπεριφορά ενός μεταβλητού στοιχείου κόστους εξαρτάται, μεταξύ άλλων, και από τις διοικητικές αποφάσεις που λαμβάνονται στο βραχυχρόνιο διάστημα. Η κλασσική θεώρηση για τη συμπεριφορά του μεταβλητού κόστους βασίζεται στην υπόθεση ότι αυτή είναι συμμετρική και γραμμική ως προς τις μεταβολές του επιπέδου λειτουργικής δραστηριότητας (κύκλου εργασιών). Τούτο σημαίνει ότι είτε αυξάνεται είτε μειώνεται ο κύκλος εργασιών το μεταβλητό στοιχείο κόστους μεταβάλλεται κατά την ίδια αναλογία. Με άλλα λόγια, η συμπεριφορά του μεταβλητού κόστους είναι μηχανιστική και, κατ΄ επέκταση, και οι σχετικές διοικητικές αποφάσεις που το επηρεάζουν (π.χ., ύψος αναλώσεων ά υλών, επίπεδο απασχόλησης εργατικού δυναμικού, κ.λπ.) είναι και αυτές μηχανιστικές. Ακριβέστερα, οι διοικητικές αποφάσεις για τη συμπεριφορά του μεταβλητού κόστους θεωρούνται ορθολογικές αν και εφόσον είναι μηχανιστικές αντιδράσεις ως προς τις μεταβολές του κύκλου εργασιών.

Εδώ και δύο δεκαετίες περίπου συσσωρεύονται εμπειρικές αποδείξεις ότι η συμπεριφορά του μεταβλητού κόστους είναι ασύμμετρη ως προς τις μεταβολές του κύκλου εργασιών1. Για παράδειγμα, ένα μεταβλητό στοιχείο κόστους με ασύμμετρη συμπεριφορά αυξάνεται κατά 0,3% σε μια αύξηση κατά 1% του κύκλου εργασιών αλλά δεν μειώνεται κατά 0,3% σε μείωση κατά 1% του κύκλου εργασιών, όπως προβλέπει η συμμετρική θεώρηση της συμπεριφοράς κόστους. Αντίθετα, μειώνεται κατά λιγότερο (ή περισσότερο) από 0,3% σε μία μείωση κατά 1% του κύκλου εργασιών. Ειδικότερα, όταν η αύξηση ενός μεταβλητού στοιχείου κόστους σε μία δεδομένη αύξηση του κύκλου εργασιών είναι μεγαλύτερη (μικρότερη), σε απόλυτες τιμές, από την αντίστοιχη μείωση για την ίδια (σε απόλυτες τιμές) μείωση του κύκλου εργασιών τότε το συγκεκριμένο μεταβλητό στοιχείο κόστους χαρακτηρίζεται από θετική (αρνητική) ασυμμετρία κόστους.

Η ύπαρξη της ασυμμετρίας κόστους είναι μία καταφανής απόκλιση από την παραδοσιακή προσέγγιση περί συμμετρίας στην συμπεριφορά των μεταβλητών στοιχείων κόστους. Τούτο σημαίνει ότι οι αποφάσεις των διοικητικών στελεχών δεν είναι ορθολογικές; Μήπως τα διοικητικά στελέχη δεν λαμβάνουν με σχετική ταχύτητα τις κατάλληλες αποφάσεις για την μηχανιστική προσαρμογή ενός μεταβλητού στοιχείου κόστους στις μεταβολές του κύκλου εργασιών; Μία αυθόρμητη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα θα ήταν καταφατική. Ωστόσο, στον αντίποδα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η μη συμμόρφωση των αποφάσεων των διοικητικών στελεχών στο κλασσικό μοντέλο ορθολογικής σκέψης δεν σημαίνει ότι οι διοικητικές αποφάσεις λαμβάνονται στην τύχη. Αντίθετα είναι δυνατόν να εστιάζουν σε άλλα εξίσου σημαντικά, οικονομικά κριτήρια.

Στις επόμενες παραγράφους θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε διάφορες διαστάσεις του παραπάνω προβληματισμού αποκωδικοποιώντας το μηχανισμό που αναδεικνύει την ασυμμετρία κόστους και τους παράγοντες που επιδρούν σε αυτόν. Κατανοώντας το μηχανισμό της ασυμμετρίας κόστους είναι δυνατόν να επεκταθεί η προσοχή από τις διοικητικές αποφάσεις για τη συμπεριφορά κόστους στην επίδραση των κοστολογικών αποφάσεων στη συμπεριφορά των λογιστικών κερδών.

Ο μηχανισμός της ασυμμετρίας κόστους

Υποθέστε ότι καθώς αυξάνεται ο όγκος δραστηριότητας μίας λογιστικής οντότητας, τα διοικητικά στελέχη λαμβάνουν αποφάσεις για αύξηση των οικονομικών πόρων προκειμένου η λογιστική οντότητα να ανταποκριθεί στις αυξημένες για δαπάνες απαιτήσεις του επιχειρηματικού κυκλώματος. Τα υφιστάμενα λογιστικά συστήματα έχουν τη δυνατότητα να αποτυπώνουν το ύψος των δαπανών για κάθε επίπεδο δραστηριότητας. Είναι εύλογο ότι βάσει των τεχνικοοικονομικών συνθηκών του επιχειρηματικού κυκλώματος μίας λογιστικής οντότητας για κάθε επίπεδο δραστηριότητας είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ένα άριστο, από οικονομική άποψη, ύψος δαπανών, το οποίο αντιστοιχεί στην πλήρη απασχόληση των διαθέσιμων οικονομικών πόρων.

Η ύπαρξη θετικής ασυμμετρίας κόστους αποτυπώνεται λογιστικά με ένα ύψος δαπανών το οποίο είναι υψηλότερο από εκείνο το οποίο θα αντιστοιχούσε ώστε η λογιστική οντότητα να ανταποκριθεί με επιτυχία στο μειωμένο επίπεδο λειτουργικής δραστηριότητας. Τούτο σημαίνει ότι τα διοικητικά στελέχη επιλέγουν τη διατήρηση κάποιας αναξιοποίητης δυναμικότητας. Μία τέτοια απόφαση δικαιολογείται από το γεγονός ότι όταν το επίπεδο λειτουργικής δραστηριότητας μειώνεται τα διοικητικά στελέχη αξιολογούν δύο εναλλακτικές δράσεις. Η πρώτη είναι συνυφασμένη με τη διατήρηση αναξιοποίησης δυναμικότητας όταν το επίπεδο της λειτουργικής δραστηριότητας θα μειωθεί. Οι οικονομικές επιπτώσεις της δράσης αυτής είναι συνυφασμένες με το κόστος διατήρησης της αναξιοποίησης δυναμικότητας. Η δεύτερη εναλλακτική δράση είναι η αποδέσμευση της αναξιοποίητης δυναμικότητας. Ωστόσο μία τέτοια ενέργεια συνδέεται με το κόστος προσαρμογής, δηλαδή τις οικονομικές, ψυχολογικές και κοινωνικές θυσίες που απαιτούνται για την προσαρμογή στο χαμηλότερο επίπεδο λειτουργικής δραστηριότητας. Αν το κόστος προσαρμογής είναι υψηλότερο από το κόστος διατήρησης τότε η ορθολογική απόφαση είναι η διατήρηση της αναξιοποίητης δυναμικότητας.

Για παράδειγμα το μηνιαίο κόστος μισθοδοσίας ενός εργαζομένου είναι 1.000 ευρώ. Αν το επίπεδο λειτουργικής δραστηριότητας μειωθεί τόσο έτσι ώστε ο εργαζόμενος να μην είναι δυνατή η αξιοποίησή του το κόστος διατήρησης του θα είναι ίσο με 1.000 ευρώ. Μία λογιστική οντότητα όμως δεν θα τον αποδεσμεύσει εφόσον το κόστος προσαρμογής θα είναι μεγαλύτερο του μηναίου μισθού διότι αφενός θα καταβάλλει αποζημίωση πολλαπλάσια μεγαλύτερη του μηναίου μισθού και αφετέρου όταν μελλοντικά αυξηθεί το επίπεδο δραστηριότητας η παραγωγική διαδικασία θα είναι υποστελεχωμένη.

Η ύπαρξη αρνητικής ασυμμετρίας κόστους σημαίνει ότι το ύψος δαπανών είναι χαμηλότερο από εκείνο το οποίο θα αντιστοιχούσε για το μειωμένο επίπεδο λειτουργικής δραστηριότητας. Με άλλα λόγια τα διοικητικά στελέχη αποδεσμεύουν δυναμικότητα με ταχύτερο ρυθμό σε μία μείωση της λειτουργικής δραστηριότητας από ότι αυξάνουν τη δέσμευση οικονομικών πόρων σε μία αντίστοιχη σε μέγεθος αύξηση της λειτουργικής δραστηριότητας. Τούτο συμβαίνει διότι το όφελος από τη αποδέσμευση της δυναμικότητας είναι μεγαλύτερο από το κόστος διατήρησής της. Για παράδειγμα, μία βιομηχανία δύναται να πωλήσει διαθέσιμες ά ύλες σε εξαιρετικά συμφέρουσα τιμή που υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος κτήσης. Έτσι σε περίπτωση κατά την οποία μειωθεί ο κύκλος εργασιών, οι αχρησιμοποίητες ά ύλες είναι δυνατόν εκποιηθούν με το οικονομικό όφελος της εκποίησης να επιδοτεί το υφιστάμενο κόστος λειτουργίας της λογιστικής οντότητας.

Άρα οι αποφάσεις των διοικητικών στελεχών για το μεταβλητό κόστος είναι ορθολογικές;

Η ανάλυση του μηχανισμού με τον οποίο τα διοικητικά στελέχη λαμβάνουν αποφάσεις για το ύψος του μεταβλητού κόστους σε διάφορα επίπεδα λειτουργικής δραστηριότητας επιτρέπει τη διαμόρφωση μίας περισσότερο σαφέστερης αντίληψης για το πόσο είναι ορθολογικές.

Τόσο στην περίπτωση της θετικής όσο και στην περίπτωση της αρνητικής ασυμμετρίας κόστους οι αποφάσεις των διοικητικών στελεχών είναι ορθολογικές αν και το μοτίβο τους αποκλίνει από τις προβλέψεις της παραδοσιακής θεώρησης του κόστους. Η απόκλιση αυτή οφείλεται στη αδυναμία της παραδοσιακής θεώρησης της μεταβλητής κοστολόγησης να ενσωματώσει μοτίβα λήψης αποφάσεων τα οποία είναι καθοριστικά στη συμπεριφορά του μεταβλητού κόστους και λαμβάνουν υπόψη τη δυναμική αλληλεπίδραση οικονομικών μεγεθών, όπως για παράδειγμα το κόστος προσαρμογής και το κόστος διατήρησης στην περίπτωση της ύπαρξης αναξιοποίησης δυναμικότητας. Επιπλέον, ο προσδιορισμός του κόστους προσαρμογής βασίζεται στην υποκειμενική κρίση των διοικητικών στελεχών, η μοντελοποίηση της οποίας σε όρους κόστους είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Τί επηρεάζει την ένταση της ασυμμετρίας κόστους;

Η ένταση της ασυμμετρίας κόστους εξαρτάται κατά κύριο λόγο από το επίπεδο του κόστους προσαρμογής που θα απαιτηθεί σε μία ενδεχόμενη μείωση της λειτουργικής δραστηριότητας έτσι ώστε να μην υπάρχει αχρησιμοποίητη δυναμικότητα. Το κόστος προσαρμογής με τη σειρά του συσχετίζεται θετικά με ύψος των οικονομικών πόρων που έχει δεσμευμένους η λογιστική οντότητα2. Για παράδειγμα, όσο υψηλότερες είναι οι επενδύσεις σε πάγιο εξοπλισμό ή όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούνται από τη λογιστική οντότητα τόσο υψηλότερο είναι το κόστος προσαρμογής σε μία ενδεχόμενη μείωση του κύκλου εργασιών.

Η ένταση της ασυμμετρίας κόστους εξαρτάται και από τις προσδοκίες των διοικητικών στελεχών για το μελλοντικό κύκλο εργασιών της λογιστικής οντότητας3. Η εκτίμηση του κόστους προσαρμογής αποτελεί μία εξ’ ορισμού υποκειμενική διαδικασία. Η υποκειμενικότητα αυτή επιτείνεται όταν τα διοικητικά στελέχη επιχειρούν να ενσωματώσουν το κόστος ευκαιρίας από τα διαφυγόντα έσοδα εξαιτίας των περιορισμών της παραγωγικής διαδικασίας. Έτσι, οι προσδοκίες για ανάκαμψη του κύκλου εργασιών στο μέλλον περιορίζουν στο παρόν την τάση των διοικητικών στελεχών να αποδεσμεύσουν την αχρησιμοποίητη δυναμικότητα.

Τέλος, υπάρχει μία σειρά από συμπεριφορικούς παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος του κόστους προσαρμογής4. Προεξέχων παράγοντας είναι η τάση των διοικητικών στελεχών να καρπωθούν προσωπικά οφέλη. Έτσι σε περίπτωση κατά την οποία η λογιστική οντότητα είναι αντιμέτωπη με μία μείωση του κύκλου εργασιών της, τα διοικητικά στελέχη είναι εξαιρετικά πιθανό να αποφύγουν τη μείωση δαπανών που σχετίζονται με προσωπικά οφέλη και παροχές.

Πως συμπεριφέρονται τα λογιστικά κέρδη όταν το κόστος έχει ασύμμετρη συμπεριφορά;

Σε απλούς όρους τα λογιστικά κέρδη ορίζονται ως έσοδα μείον έξοδα. Υπό τη συνθήκη της γραμμικής συμπεριφοράς κόστους είναι εφικτή η πρόβλεψη των μελλοντικών κερδών με βάσει τα ιστορικά δεδομένα. Τα έσοδα και τα έξοδα συνδέονται με μία συγκεκριμένη γραμμική σχέση η οποία κατατείνει τα λογιστικά κέρδη να είναι συγκεκριμένη γραμμική συνάρτηση του κύκλου εργασιών.

Η ασύμμετρη συμπεριφορά κόστους επεκτείνεται και στη περίπτωση των λογιστικών κερδών και διαταράσσει αυτή τη γραμμικότητα. Έτσι, κατά αναλογία της ασύμμετρης συμπεριφοράς κόστους είναι δυνατόν να γίνει λόγος για ασύμμετρη συμπεριφορά των λογιστικών κερδών ως προς την κατεύθυνση της μεταβολής των πωλήσεων. Η μείωση των πωλήσεων προκαλεί διαφορετική (ποσοστιαία) μεταβολή στα λογιστικά κέρδη από ότι προκαλεί η αύξηση των πωλήσεων5.

Οι επιπτώσεις της ασύμμετρης συμπεριφοράς κόστους στα λογιστικά κέρδη είναι περισσότερο αντιληπτές από τα διοικητικά στελέχη6 σε σχέση με τους αναλυτές και τους επενδυτές7. Έτσι όταν τα διοικητικά στελέχη ευρίσκονται αντιμέτωπα με την ενδεχόμενη αποτυχία επίτευξης κάποιων τιμών στόχων επιχειρούν να μειώσουν την ένταση της ασυμμετρίας κόστους για να διευκολύνουν την επίτευξη των τιμών στόχων. Από την άλλη μεριά φαίνεται ότι οι αναλυτές έχουν μία αδυναμία να αντιληφθούν τις επιπτώσεις της ασυμμετρίας κόστους στα λογιστικά κέρδη.

Μπορεί η ασύμμετρη συμπεριφορά κόστους να συνδεθεί με άλλα οργανωσιακά φαινόμενα;

Μία ενδιαφέρουσα διάσταση της ασύμμετρης συμπεριφοράς κόστους είναι η σύνδεση της με άλλα οργανωσιακά φαινόμενα. Παρατηρώντας την ένταση της ασυμμετρίας κόστους μίας λογιστικής οντότητας είναι δυνατόν να τη συνδέσουμε με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Ενδεικτικά, οι προηγούμενες εμπειρικές έρευνες έχουν καταδείξει ότι οι λογιστικές οντότητες με υψηλή ένταση θετικής ασυμμετρίας κόστους τείνουν να ακολουθούν στρατηγική διαφοροποίησης8 και να πραγματοποιούν υψηλές επενδύσεις σε άυλα περιουσιακά στοιχεία9. Επίσης, η ασυμμετρία κόστους συνδέεται με την ποιότητα της εταιρικής διακυβέρνησης, το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λογιστικής οντότητας10, κ.λπ.

Ο κατάλογος των εμπειρικών μελετών που συνδέουν την ύπαρξη της ασυμμετρίας κόστους με συγκεκριμένα οργανωσιακά χαρακτηριστικά μίας λογιστικής οντότητας συνεχώς εμπλουτίζεται. Εναπόκειται στον αναγνώστη να διερευνήσει τη βιβλιογραφία για την ύπαρξη εμπειρικών ευρημάτων αναφορικά με τη σχέση της ασυμμετρίας κόστους με κάποιο οργανωσιακό χαρακτηριστικό ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.

Επίλογος

Η ασυμμετρία κόστους αποτελεί ένα κοστολογικό φαινόμενο που έχει τεκμηριωθεί ποικιλοτρόπως από τη σύγχρονη βιβλιογραφία. Η ύπαρξη του θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν επιχειρείται η εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με την κοστολογική συμπεριφορά μίας λογιστικής οντότητας. Το πιο σημαντικό είναι ότι ύπαρξη της ασυμμετρίας κόστους μας επιτρέπει να βελτιώσουμε την προβλεπτική ικανότητά μας αναφορικά με τη συμπεριφορά των λογιστικών κερδών σε συνάρτηση με τη κατεύθυνση μεταβολής (αύξηση ή μείωση) του επιπέδου λειτουργικής δραστηριότητας (κύκλου εργασιών). Το σημαντικότερο, η ασυμμετρία κόστους συσχετίζεται με διάφορα οργανωσιακά χαρακτηριστικά και, άρα, η ύπαρξη και η έντασή της μας δίδει πολύτιμες ενδείξεις για το προφίλ μιας λογιστικής οντότητας.

* Ορέστης Βλησμάς, Επίκουρος Καθηγητής Λογιστικής, Τμήμα Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

* Νικόλαος Καραμπίνης, Επίκουρος Καθηγητής Λογιστικής, Τμήμα Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

* Απόστολος Μπάλλας, Καθηγητής Λογιστικής, Τμήμα Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

* Δημοσθένης Χέβας, Καθηγητής Λογιστικής, Τμήμα Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγές: [1]. Βλέπε σχετικά: (α) Anderson, M. A., Banker, R. D., & Janakiraman, S. (2003). Are selling, general, and administrative costs “sticky”? Journal of Accounting Research, 41(1), 47-63 και (β) Noreen, E. (1991). Conditions under which activity-based cost systems provide relevant costs. Journal of Management Accounting Research, 3, 159–68. [2]. Βλέπε σχετικά: Balakrishnan, R., Peterson, M. J., & Soderstrom, N. (2004). Does capacity utilization affect the “stickiness” of costs? Journal of Accounting, Auditing & Finance, 19(3), 283-299. [3]. Βλέπε σχετικά: Banker, D., & Byzalov, D. (2014). Asymmetric cost behavior. Journal of Management Accounting Research, 25(2), 43-79. [4]. Βλέπε σχετικά: (α) Banker, D., & Byzalov, D. (2014). Asymmetric cost behavior. Journal of Management Accounting Research, 25(2), 43-79, (β) Banker, R. D., Byzalov, D., & Chen, L. (2013). Employment protection legislation, adjustment costs, and cross-country differences in cost behavior. Journal of Accounting & Economics 55(1), 111-127 και (γ) Subramaniam, C., & Weidenmier, M. L. (2003). Additional evidence on the sticky behavior of costs. Available online at http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=369941, retrieved February 24, 2017. [5]. Βλέπε σχετικά: Banker, R.D., & Chen, L. (2006). Predicting Earnings Using a Model Based on Cost Variability and Cost Stickiness. The Accounting Review, 81(2), 285-307. [6]. Βλέπε σχετικά: (α) Ciftci, M., & Salama, F.M. (2018). Stickiness in Costs and Voluntary Disclosures: Evidence from Management Earnings Forecasts. Journal of Management Accounting Research, 30(3), 211-234 και (β) Han, S., Rezaee, Z., & Tuo, L. (2020). Is cost stickiness associated with management earnings forecasts? Asian Review of Accounting, 28(2), 173-211. [7]. Βλέπε σχετικά: Weiss, D. (2010). Cost behaviour and analysts’ earnings forecasts. The Accounting Review, 85(4), 1441-1471. [8]. Βλέπε σχετικά: Venieris, G., Naoum, V. C., & Vlismas, O. (2015). Organisation capital and sticky behavior of selling, general and administrative expenses. Management Accounting Research, 26(1), 54-82. [9]. Βλέπε σχετικά: Ballas, A., Naoum, V. C., & Vlismas, O. (2022). The effect of strategy on asymmetric cost behavior of SG&A expenses. European Accounting Review, 31(2), 409-447. [10]. Βλέπε σχετικά: (α) Liu, X., Liu, X., & Reid, C.D. (2019). Stakeholder Orientations and Cost Management. Contemporary Accounting Research, 36(1), 486-512 και (β) Zhang, L., Li, J., & Wang, H. (2019b). IPO over-funding and cost stickiness. Asia-Pacific Journal of Accounting and Economics, 1-16.

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Academia
Οι agro-startups επιχειρήσεις ανά περιφέρεια και τα χαρακτηριστικά τους
Academia |

Οι agro-startups επιχειρήσεις ανά περιφέρεια και τα χαρακτηριστικά τους

Πώς καταγράφονται τα Agro-start ups στην χώρα; Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά τους; Η Ιωάννα Σαπφώ Πεπελάση επιστημονική διευθύντρια στο Παρατηρητήριο Περιφερειακών Πολιτικών και ο ερευνητής Γιάννης Μπέσης καταγράφουν τα σημερινά δεδομένα με βάση τα πρόσφατα στοιχεία από το Elevate Greece, τη μεγαλύτερη βάση δεδομένων για τις early stage startups στην Ελλάδα.