Στη θεωρία κάθε φορολογικό υποκείμενο, είτε πρόκειται για φυσικό πρόσωπο είτε για νομικό, καταβάλλει σε τακτά διαστήματα τους φόρους που αναλογούν στα εισοδήματα, τα κέρδη και εν γένει τις δραστηριότητές του – ευτυχώς όχι όλες, αλλά μόνο όσες κινούν το ενδιαφέρον των φορολογικών αρχών. Στην πράξη η εικόνα είναι διαφορετική. Υπάρχουν κάποιοι φορολογούμενοι που, όντως, όσα βγάζουν από την τσέπη ή το ταμείο επιβαρύνουν τους ίδιους. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που υπογράφουν μεν την επιταγή με αποδέκτη την Εφορία, αλλά το πραγματικό φορολογικό βάρος το σηκώνουν άλλοι.
Σε ό,τι αφορά τους άμεσους φόρους η μετατόπιση του φορολογικού βάρους (οι διαβόητες «βελτιστοποιήσεις φόρου») είναι μια σχετικά περίπλοκη υπόθεση. Όταν μιλάμε για τους εμμέσους φόρους όμως, όπως και για τους δασμούς που έφερε με θεαματικό, θεατρικό τρόπο στην επικαιρότητα ο επανακάμψας πλανητάρχης Ντόναλντ Τραμπ, το να πετάξει κανείς τη μπάλα μακριά είναι μια εύκολη υπόθεση.
Κάθε έμπορος λιανικής, φέρ’ ειπείν, μπορεί πανεύκολα να μετακυλήσει στους καταναλωτές όλες τις πληρωμές ΦΠΑ που καταβάλλει στην Εφορία αλλάζοντας απλώς τις τιμές στη βιτρίνα του. Επειδή όμως οι καταναλωτές και πελάτες του είναι πιθανόν να αγανακτήσουν και να του γυρίσουν την πλάτη, μια επιλογή που έχει ο λιανέμπορος είναι να απαιτήσει από τους προμηθευτές του να αναλάβουν μέρος του κόστους του ΦΠΑ μειώνοντας τις τιμές χονδρικής. Μια τρίτη επιλογή είναι να δεχθεί ο ίδιος το φορολογικό χτύπημα μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους του – εννοείται ότι υπάρχουν παραλλαγές και συνδυασμοί επιμερισμού της επιβάρυνσης.
Φόροι και δασμοί
Ανάλογες δυνατότητες έχει ένας έμπορος ή ένας επιχειρηματίας που παρέχει υπηρεσίες εστίασης ή φιλοξενίας ας πούμε, όταν μειώνονται οι έμμεσοι φόροι. Μπορεί να καρπωθεί ο ίδιος το όφελος της μείωσης του ΦΠΑ ή να μετακυλίσει το όφελος στους πελάτες του.
Ό,τι ισχύει με τους φόρους ισχύει και με τις επιδοτήσεις με τις οποίες οι κυβερνήσεις στηρίζουν κάποιους κλάδους της αγοράς, με απώτερο σκοπό συνήθως να τονώσουν την κατανάλωση και να ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Και το όφελος των επιδοτήσεων μπορούν, αν θέλουν, να το καρπωθούν μερικώς ή και στο σύνολό του οι προμηθευτές και οι έμποροι, εφόσον αυτοί καθορίζουν εν τέλει τις τιμές (εκτός από τις περιπτώσεις σοβαρών κρατικών παρεμβάσεων με διατιμήσεις κλπ).
«Με την παγκόσμια κρίση στην αγορά ακινήτων συχνά συμβαίνει οι κυβερνητικές φορολογικές πολιτικές στον κλάδο των κατασκευών, που έχουν ως απώτερο σκοπό να στηρίξουν τους πολίτες στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν στέγη, να καταλήγουν να αυξάνουν περισσότερο τις τιμές», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Τζον Φιτζέραλντ στους «Irish Times», ο οποίος επιχειρεί να αναλύσει τις επιπτώσεις της δασμολογικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ.
«Αν και τα μέτρα Τραμπ, οι διαβόητοι πλέον ‘αντισταθμιστικοί δασμοί’, έχουν ως στόχο να τιμωρήσουν χώρες που ακολουθούν ‘άδικες πολιτικές στήριξης διάφορων βιομηχανικών κλάδων’, μια σειρά οικονομικών μελετών έχει δείξει ότι το μεγαλύτερο βάρος των δασμών αυτών σήκωσαν οι ίδιοι οι Αμερικανοί», σημειώνει ο Ιρλανδός ρεπόρτερ. Και μάλιστα οι Αμερικανοί καταναλωτές, όχι οι εισαγωγείς.
Αυτό συνέβη αφενός επειδή οι προμηθευτές των ΗΠΑ, οι ξένες εξαγωγικές επιχειρήσεις δηλαδή, επέλεξαν να διατηρήσουν αμετάβλητη την τιμή των αγαθών που εξάγουν και αφετέρου επειδή τα σούπερ μάρκετ και άλλοι Αμερικανοί εισαγωγείς αγαθών που πλήρωσαν τους δασμούς, μετακύλισαν το επιπλέον κόστος στους πελάτες τους.
«Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι εισαγωγείς μετακύλισαν στους καταναλωτές την επιβάρυνση, καθώς τα περιθώρια κέρδους τους είναι γενικά στενά και ως εκ τούτου διαθέτουν περιορισμένη ικανότητα απορρόφησης της επιπλέον χρέωσης. Με τη σειρά τους, τα σούπερ μάρκετ και άλλα καταστήματα αύξησαν τις τιμές τους μετακυλίοντας το σύνολο ή έστω μέρος της επιβάρυνσης από την επιβαλή των δασμών. Το αποτέλεσμα είναι ο μέσος Αμερικανός να πληρώνει για το μεγαλύτερο μέρος των δασμών», εξηγεί ο Φιτζέραλντ των «Irish Times».
«Χάος η αποπληρωμή»
Καθώς το βάρος των δασμών επιμερίστηκε σε πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις και σε όλους τους καταναλωτές των ΗΠΑ, είναι αδύνατο να ποσοτικοποιηθεί η επιβάρυνση και να υπολογιστεί το ποσοστό των δασμών που επωμίστηκαν έμμεσα μεμονωμένοι λιανοπωλητές ή μεμονωμένοι καταναλωτές.
«Ενώ τα τιμολόγια που εκδόθηκαν μετά την επιβολή των δασμών ήταν παράνομα, κάθε προσπάθεια αποζημίωσης όσων επιβαρύνθηκαν με αντιλογισμό και επιστροφή των αδικαιολογήτως καταβληθέντων θα ήταν ναρκοπέδιο, δεδομένης της αβεβαιότητας για το ποιος πραγματικά έχασε και πόσα. Εν ολίγοις, η αποπληρωμή θα προκαλούσε ένα χάος», σημείωσε ο Μπρετ Κάβανο, μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που έκρινε παράνομους τους δασμούς βγάζοντας από τα ρούχα του τον πρόεδρο Τραμπ.
Καραδοκούν και οι «γύπες»
«Εάν οι δασμοί αποπληρώνονταν σε αυτούς που απέδωσαν τα χρήματα στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, θα μπορούσε η όλη διαδικασία να εξελιχθεί σε μπόνους προς τους Αμερικανούς εισαγωγείς. Καθώς οι εισαγωγείς μετακύλισαν το αυξημένο κόστος των τιμολογίων στους καταναλωτές, δεν θα υπήρχε καμία υποχρέωση για αυτούς να μετακυλήσουν μια εφάπαξ εξόφληση σε αυτούς που πραγματικά έχασαν. Έτσι, μεγάλο μέρος της αποπληρωμής των παράνομων δασμών θα πήγαινε σε επιχειρήσεις που δεν υπέφεραν πραγματικά από την επιβολή τους. Επιπλέον, εν αναμονή μιας τέτοιας πληρωμής, διάφοροι ‘οικονομικοί γύπες’ θα μπορούσαν να προσφερθούν να αγοράσουν το δικαίωμα σε μια τέτοια επιστροφή χρημάτων από τους εισαγωγείς, με μεγάλη έκπτωση», αναφέρουν στο ρεπορτάζ τους οι «Irish Times».
Σύμφωνα με έρευνες που διενεργήθηκαν στις ΗΠΑ μετά την εντυπωσιακή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα ποσά που θα πρέπει να επιστραφούν είναι δυνητικά πολύ μεγάλα. Υπολογίζεται ότι κυμαίνονται από 0,5% έως 1% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, οι αναλυτές εκτιμούν ότι αν τα χρήματα που πλήρωσαν αδίκως οι φορολογούμενοι καταλήξουν στα χέρια ενός μικρού αριθμού εισαγωγέων, θα ξεσηκωνόταν η αμερικανική κοινή γνώμη. Οι ψηφοφόροι του Ντόναλντ Τραμπ δηλαδή, αυτοί τους οποίους ο πρόεδρος υποτίθεται ότι θέλησε να προστατεύσει με τη δασμολογική του πολιτική.
Ρεαλιστικές λύσεις
Οι Δημοκρατικοί ασφαλώς κάνουν πάρτι με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ενός δικαστικού οργάνου του οποίου 6 από τα 9 μέλη εμφορούνται από ακραία συντηρητικές απόψεις) και ετοιμάζονται να την εκμεταλλευθούν όσο το δυνατόν καλύτερα όταν θα ξεκινήσει η έστω μικρή και υποτονική προεκλογική εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου. Υποστηρίζει βέβαια η αμερικανική αντιπολίτευση ότι τα δισ. δολάρια που μάζεψε στα ταμεία της η κυβέρνηση από τους παράνομους δασμούς ανήκουν στο λαό που τα πλήρωσε. Ανήκουν στους Αμερικανούς καταναλωτές και ως εκ τούτου σ’ αυτούς πρέπει να επιστραφούν.
Οι κομματικές και εκλογικές σκοπιμότητες είναι προφανείς, αναπόφευκτες και σεβαστές, αλλά μια ρεαλιστικότερη προσέγγιση του ζητήματος μοιάζει μονόδρομος. «Υπό το πρίσμα του φιάσκου με τους δασμούς, ίσως η καλύτερη λύση είναι τα χρήματα που παράνομα εισέπραξε η αμερικανική κυβέρνηση να τα χρησιμοποιήσει για να μειώσει τα τεράστια ελλείμματα που αντιμετωπίζει. Καλύτερα να μειωθούν οι φορολογικές υποχρεώσεις που βαρύνουν τους απλούς πολίτες των ΗΠΑ, παρά να ωφεληθεί ένας μικρός αριθμός εταιρειών που υπέστησαν ελάχιστες ή μηδενικές ζημίες», σημειώνει ο Τζον Φιτζέραλντ.
«Αναξιόπιστη κυβέρνηση»
Είναι σκληρή η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ρεπόρτερ των «Irish Times». «Η παράκαμψη του Κογκρέσου άνοιξε το κουτί της Πανδώρας για τον Τραμπ. Η συνέχιση της χρήσης αδόκιμων νομικών τεχνασμάτων για να διατηρηθεί μια αυθαίρετη τιμολογιακή πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε άλλες, επικίνδυνες για τους Αμερικανούς, νομικές ακροβασίες στο μέλλον», σημειώνει ο Τζον Φιτζέραλντ.
Όσο για τις άλλες χώρες που παρακολουθούν εμβρόντητες αυτά που συμβαίνουν το τελευταίο 12μηνο στις ΗΠΑ και επηρεάζουν από κάθε άποψη τον υπόλοιπο κόσμο, «αυτό το έπος των δασμών αποδεικνύει πως η σημερινή κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι εντελώς αναξιόπιστη ως εταίρος στις οικονομικές υποθέσεις. Διότι «οποιαδήποτε συμφωνία με τις ΗΠΑ κινδυνεύει με ένα αιφνίδιο τερματισμό είτε επειδή αυτό θα είναι το κέφι του προέδρου είτε επειδή θα κηρυχθεί δικαστικά παράνομη».
Εν κατακλείδι, «οι επιχειρήσεις απαιτούν ασφάλεια όταν επενδύουν και βεβαιότητα όσον αφορά τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού», παρατηρεί ο Ιρλανδός οικονομικός αναλυτής. Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «με μια τόσο ιδιότροπη κυβέρνηση στις ΗΠΑ, η καλύτερη στρατηγική για τις άλλες χώρες είναι να διατηρήσουν και να αναπτύξουν το εμπόριο με τον υπόλοιπο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο μια μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να θελήσει να επιστρέψει».















![Ιράν: Πώς ο πόλεμος θα επηρεάσει τη γεωργία – Οι ελληνικές εξαγωγές [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/03/ot_ladi_elies_feta_apples_kiwi.png)


















