Η ανησυχία για την ενεργειακή ασφάλεια τον επερχόμενο χειμώνα, αλλά και το κόστος αναπλήρωσης των στρατηγικών αποθεμάτων, έχει ανοίξει έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης στου κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι «κόντρες» μεταξύ των κρατών γίνονται για το ποιος θα επωμιστεί το δημοσιονομικό βάρος τους σχεδίου της νέας ευρωπαϊκής ενεργειακής άμυνας. Οι κυβερνήσεις βλέπουν ήδη τους υπολογισμούς των προϋπολογισμών να αλλάζουν. Τα φορτία LNG παραμένουν ακριβά, τα ασφάλιστρα μεταφοράς έχουν αυξηθεί αισθητά, οι χρόνοι παράδοσης γίνονται πιο αβέβαιοι και η αγορά προεξοφλεί ότι το καλοκαίρι θα εξελιχθεί σε έναν σκληρό αγώνα αποθήκευσης καυσίμων πριν από τον επόμενο χειμώνα.
Το παρασκήνιο για το ενεργειακό κόστος
Το παρασκήνιο πίσω από τις τεχνικές συζητήσεις της Κομισιόν κρύβει πολλές παγίδες, αλλά και πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις από τα κράτη μέλη. Σε αλλεπάλληλες επαφές μεταξύ υπουργείων Οικονομικών, ενεργειακών επιτελείων και ευρωπαϊκών αξιωματούχων, έχει ανοίξει ήδη η κουβέντα για το αν η Ευρώπη χρειάζεται μόνιμο μηχανισμό κοινών ενεργειακών αποθεμάτων και κυρίως αν απαιτείται νέα μορφή κοινής χρηματοδότησης για να στηριχθεί. Το θέμα έχει αρχίσει να δημιουργεί διαφορετικές γραμμές προσέγγισης ανάμεσα στα κράτη, ανάλογα με τις αντοχές κάθε οικονομίας, την έκθεση κάθε χώρας στην ενέργεια και το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο. Η Γερμανία πιέζεται έντονα από τη βιομηχανία της να διασφαλίσει σταθερές τιμές και επαρκή αποθέματα. Η Ιταλία φοβάται νέα πίεση στη μεταποίηση και στην κατανάλωση. Η Γαλλία αντιμετωπίζει ήδη αυξημένη πίεση στον προϋπολογισμό της. Χώρες όπως η Ελλάδα γνωρίζουν ότι ένα νέο ενεργειακό σοκ θα περάσει γρήγορα στον πληθωρισμό, στις μεταφορές, στον τουρισμό και τελικά στην πραγματική οικονομία.
Το κρίσιμο στοιχείο
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αρκετοί θεωρούν οτι οι Βρυξέλλες πρέπει να ξεκινήσουν να προετοιμάζουν μια πιο μόνιμη διαχείριση κρίσεων. Το μοντέλο των κοινών αγορών LNG που δημιουργήθηκε το 2022 θεωρείται πλέον ανεπαρκές για τις συνθήκες που διαμορφώνονται. Στις τεχνικές συζητήσεις εξετάζονται ήδη πιο βαθιές παρεμβάσεις, από συντονισμένες αγορές και κοινή αποθήκευση μέχρι ειδικά ευρωπαϊκά εργαλεία χρηματοδότησης για ενεργειακά αποθέματα. Η ανησυχία μεγαλώνει καθώς αρκετοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι η Ευρώπη μπορεί να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με σκληρό ανταγωνισμό απέναντι στην Ασία για διαθέσιμα φορτία LNG μέσα στους επόμενους μήνες. Ταυτόχρονα, οι αγορές ομολόγων παραμένουν νευρικές, τα επιτόκια υψηλά και οι δημοσιονομικοί κανόνες έχουν επιστρέψει. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη συζήτηση τόσο δύσκολη. Η Ευρώπη προσπαθεί να δημιουργήσει νέα ενεργειακή ασπίδα τη στιγμή που οι κυβερνήσεις διαθέτουν λιγότερη δημοσιονομική ευελιξία από εκείνη που είχαν στην κρίση του 2022.
Ο νέος πονοκέφαλος των προϋπολογισμών
Στα υπουργεία Οικονομικών των κρατών μελών υπάρχει πλέον σαφής εικόνα ότι η αναπλήρωση αποθεμάτων μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό δημοσιονομικό γεγονός για το 2026 και το 2027. Η αύξηση των τιμών δεν επηρεάζει μόνο τους λογαριασμούς ενέργειας ή τις επιδοτήσεις προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Επηρεάζει άμεσα το κόστος με το οποίο τα κράτη θα χρειαστεί να γεμίσουν ξανά τις δεξαμενές φυσικού αερίου και να ενισχύσουν τα στρατηγικά αποθέματα καυσίμων. Αρκετές χώρες είχαν βασίσει τους δημοσιονομικούς σχεδιασμούς τους σε πιο ήπιες ενεργειακές παραδοχές. Η νέα πραγματικότητα αλλάζει τα δεδομένα. Στις Βρυξέλλες υπάρχουν φόβοι ότι αν η αγορά LNG ακριβύνει περισσότερο το καλοκαίρι, το κόστος πλήρωσης αποθηκών μπορεί να εκτοξευθεί και να δημιουργήσει πίεση για νέες κρατικές παρεμβάσεις.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η συζήτηση για κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση επιστρέφει στο τραπέζι, έστω και ανεπίσημα. Ορισμένες κυβερνήσεις θεωρούν ότι χωρίς κάποια μορφή κοινού εργαλείου, οι πιο εκτεθειμένες οικονομίες θα αναγκαστούν είτε να αυξήσουν περισσότερο τον δανεισμό τους είτε να περιορίσουν άλλες δαπάνες για να χρηματοδοτήσουν την ενεργειακή τους προστασία.
Η πίεση από τη βιομηχανία
Η βιομηχανία παίζει πλέον καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Στη Γερμανία, μεγάλοι εξαγωγικοί όμιλοι προειδοποιούν ότι η Ευρώπη συνεχίζει να χάνει ανταγωνιστικότητα απέναντι στις ΗΠΑ και στην Ασία εξαιτίας του υψηλού ενεργειακού κόστους, ενώ στην Ιταλία, οι πιέσεις προς την κυβέρνηση εντείνονται από τη μεταποίηση και τις ενεργοβόρες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που βλέπουν τα λειτουργικά κόστη να αυξάνονται ξανά.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φοβούνται ότι μια νέα παρατεταμένη ενεργειακή πίεση δεν θα επηρεάσει μόνο τον πληθωρισμό. Θα περάσει με καθυστέρηση στην παραγωγή, στις επενδύσεις, στην κατανάλωση και τελικά στους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτός είναι και ο λόγος που η ενέργεια αντιμετωπίζεται πλέον ως θέμα οικονομικής ασφάλειας και βιομηχανικής στρατηγικής.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση που έχει ξεκινήσει στους κόλπους της Κομισιόν και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, έχει ιδιαίτερη σημασία, την ώρα που η χώρα προσπαθεί να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου μέσω των LNG terminals, των διασυνδέσεων και των νέων υποδομών. Την ίδια στιγμή όμως η χώρα παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας. Στο οικονομικό επιτελείο υπάρχει ανησυχία ότι μια νέα παρατεταμένη ενεργειακή κρίση μπορεί να περάσει γρήγορα στην πραγματική οικονομία. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω του περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου, με τιςι δυνατότητες νέων μεγάλων πακέτων στήριξης να είναι σαφώς μικρότερες σε σχέση με το 2022. Γι’ αυτό και η συζήτηση για κοινά αποθέματα και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση αποκτά για την Αθήνα ιδιαίτερη σημασία, καθώς εκτιμάται οτι δεν αφορά μόνο την ενέργεια, αλλά και τις αντοχές της οικονομίας.
































