«Η Ελλάδα περνά σε μια νέα φάση επενδυτικής ωριμότητας, όπου η αξιοπιστία, η μακροπρόθεσμη στρατηγική και η δημιουργία αξίας αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία». Με αυτό το μήνυμα κινήθηκε η τοποθέτηση του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου του Υπερταμείου, Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου, στο συνέδριο Wood’s Greek Retreat 2026, παρουσιάζοντας την εικόνα μιας οικονομίας που, σταδιακά, επιδιώκει να αφήσει πίσω της τη λογική της επιβίωσης και να περάσει σε έναν νέο κύκλο επενδύσεων και ανάπτυξης.
Όπως ανέφερε το ενδιαφέρον των επενδυτών πλέον στρέφεται λιγότερο στις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις και περισσότερο σε στοιχεία όπως η ανθεκτικότητα, η διακυβέρνηση και η δυνατότητα μακροχρόνιας δημιουργίας αξίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ελληνικός τραπεζικός τομέας, ο οποίος εμφανίζει σήμερα διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Στην τοποθέτησή του, ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στην επενδυτική εικόνα του τραπεζικού κλάδου, σημειώνοντας ότι ο τομέας έχει εισέλθει πλέον σε μια πιο ώριμη φάση κερδοφορίας. Κατά το οικονομικό έτος 2025, τα συνολικά καθαρά κέρδη ανήλθαν περίπου στα 4,5 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η ρευστότητα παραμένει ισχυρό πλεονέκτημα, με τον μέσο δείκτη κάλυψης ρευστότητας να κινείται κοντά στο 200%
Η σημασία των στοιχείων αυτών, όπως εξήγησε, δεν βρίσκεται μόνο στους απόλυτους αριθμούς, αλλά και στη βελτίωση της ποιότητας των κερδών. Τα έσοδα από προμήθειες και αμοιβές αποκτούν μεγαλύτερο ειδικό βάρος και λειτουργούν ως σταθεροποιητικός παράγοντας απέναντι στις διακυμάνσεις των καθαρών εσόδων από τόκους, ενώ η συγκράτηση του λειτουργικού κόστους συνεχίζει να στηρίζει τα αποτελέσματα.
Παράλληλα, ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος του Υπερταμείου σημείωσε ότι η πιστωτική επέκταση συνδέεται ολοένα και περισσότερο με παραγωγικές επενδύσεις και έργα που χρηματοδοτούνται μέσω του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η εξέλιξη αυτή, όπως ανέφερε, επιτρέπει την αύξηση των χορηγήσεων χωρίς αντίστοιχη αύξηση του επενδυτικού κινδύνου.
Την ίδια στιγμή, οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού παρουσιάζουν αισθητή βελτίωση, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα να κινούνται πλέον σε χαμηλό μονοψήφιο επίπεδο, εξέλιξη που ενισχύει την προβλεψιμότητα των αποτελεσμάτων και μειώνει τις πιέσεις στα κεφάλαια των τραπεζών.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην κεφαλαιακή επάρκεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι ελληνικές τράπεζες λειτουργούν σήμερα με κεφαλαιακά αποθέματα που υπερβαίνουν τις κανονιστικές απαιτήσεις, ενώ η οργανική δημιουργία κεφαλαίου συνεχίζει να βελτιώνει τη συνολική εικόνα των ισολογισμών.
Στο τέλος του 2025 ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15,3%, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου έφτασε στο 19,7%. Παράλληλα, η ρευστότητα παραμένει ισχυρό πλεονέκτημα, με τον μέσο δείκτη κάλυψης ρευστότητας να κινείται κοντά στο 200% και τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης στο 136%.
Κατά την ομιλία του στο Wood’s Greek Retreat 2026, ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος υπογράμμισε ότι η εικόνα αυτή έχει αρχίσει να μεταφράζεται και σε μεγαλύτερες αποδόσεις προς τους μετόχους. Οι διανομές μερισμάτων αυξήθηκαν περαιτέρω το 2025, φθάνοντας περίπου στο 60% για την Εθνική Τράπεζα και στο 55% για Alpha Bank, Eurobank και Πειραιώς, συμπεριλαμβάνοντας τόσο τα μερίσματα όσο και τις επαναγορές μετοχών.
Πρόκειται, όπως ανέφερε, για επίπεδα που προσεγγίζουν πλέον τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά δεδομένα και ενισχύουν την ελκυστικότητα του ελληνικού τραπεζικού κλάδου για διεθνείς επενδυτές.
Αναφερόμενος στις προοπτικές, σημείωσε ότι η πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2025 επιβεβαίωσε την ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών ακόμη και σε δυσμενή σενάρια. Παράλληλα, οι διαδοχικές αναβαθμίσεις αξιολόγησης οδήγησαν και τις τέσσερις συστημικές τράπεζες σε επενδυτική βαθμίδα, εξέλιξη που διευρύνει τη δυνητική επενδυτική βάση και περιορίζει το κόστος χρηματοδότησης.
Ο αν. Διευθύνων συμβουλος του Υπερταμείου παρουσίασε και τον ευρύτερο ρόλο του οργανισμού ως στρατηγικής επενδυτικής πλατφόρμας για την ελληνική οικονομία
Για το 2026, η διοικητική καθοδήγηση δείχνει σταθεροποίηση των καθαρών εσόδων από τόκους, ενίσχυση των προμηθειών και συγκρατημένη αύξηση κόστους. Παρότι οι αποδόσεις ενδέχεται να κινηθούν χαμηλότερα από τα πρόσφατα υψηλά επίπεδα, η συνολική εικόνα παραμένει αισθητά ισχυρότερη σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.
Ωστόσο, όπως επισήμανε ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος, εξακολουθούν να υπάρχουν παράγοντες που απαιτούν προσοχή. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, ενδέχεται να επηρεάσουν τις αγορές και την οικονομική δραστηριότητα, ενώ μετά την περίοδο 2026–2027 η σταδιακή αποκλιμάκωση της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης αυξάνει τη σημασία της ιδιωτικής επενδυτικής ζήτησης.
Πέρα από τις τράπεζες, ο αν. Διευθύνων συμβουλος του Υπερταμείου παρουσίασε και τον ευρύτερο ρόλο του οργανισμού ως στρατηγικής επενδυτικής πλατφόρμας για την ελληνική οικονομία. Το χαρτοφυλάκιο του Υπερταμείου υπερβαίνει τα 12 δισ. ευρώ και εκτείνεται σε έντεκα κρίσιμους κλάδους.
Μέσω της στρατηγικής «3+1», που περιλαμβάνει τον μετασχηματισμό κρατικών επιχειρήσεων, την ανάπτυξη κρίσιμων υποδομών, τις επενδύσεις στη νέα οικονομία και την επιτάχυνση της αριστείας εκτέλεσης, επιχειρείται η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας και η προσέλκυση νέων επενδύσεων.
Σήμερα, το Υπερταμείο λειτουργεί ως σταθερός θεσμικός επενδυτής με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, διατηρώντας συμμετοχή 8,39% στην Εθνική Τράπεζα και 29,36% στην CrediaBank. Όπως υπογράμμισε ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος, στόχος είναι η ενίσχυση της διακυβέρνησης, της αξιοπιστίας και της μακροπρόθεσμης δημιουργίας αξίας.
Το βασικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν αποτελεί πλέον μια αγορά διαχείρισης κρίσεων, αλλά μια αγορά που διεκδικεί θέση σε ένα διαφορετικό επενδυτικό περιβάλλον, με πιο σταθερά θεμέλια και μεγαλύτερες προοπτικές.



































