Η ελληνική οικονομία διατηρεί ισχυρές αντοχές, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις πιέσεις στο διεθνές εμπόριο, αναφέρει η Fitch, επισημαίνοντας πως η ανάπτυξη της χώρας κινήθηκε σταθερά πάνω από το 2% την περίοδο 2023-2025.
Ο οίκος προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης το 2026, κυρίως λόγω των αρνητικών επιπτώσεων από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, ωστόσο σημειώνει ότι η οικονομία θα συνεχίσει να στηρίζεται από την τελευταία χρονιά των επενδυτικών κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ (Next Generation EU).
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η Fitch εκτιμά ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει σταδιακά να συγκλίνει εισοδηματικά με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης, με δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 2%. Βασικός μοχλός ανάπτυξης αναμένεται να παραμείνει η εγχώρια ζήτηση, χάρη στην αύξηση των επενδύσεων, τη σταδιακή βελτίωση των οικονομικών των νοικοκυριών και τη συνεχιζόμενη ενίσχυση της απασχόλησης.
Fitch: Οι δημοσιονομικές επιδόσεις
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο οίκος στη δημοσιονομική επίδοση της χώρας, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα κατέγραψε πλεονάσματα άνω του 1% του ΑΕΠ το 2024 και το 2025, επίδοση που χαρακτηρίζεται εξαιρετική σε σύγκριση τόσο με άλλες χώρες της ίδιας πιστοληπτικής κατηγορίας όσο και με τα μέλη της ευρωζώνης. Η Fitch αποδίδει τη θετική εικόνα στα αυξημένα διαρθρωτικά έσοδα από τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και στον αυστηρό έλεγχο των δαπανών.
Για το 2026 προβλέπει πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ και για το 2027 πλεόνασμα 0,7%, παρά τη χαλάρωση ορισμένων δημοσιονομικών μέτρων, όπως οι παρεμβάσεις στήριξης για την ενέργεια.
Παράλληλα, η Fitch θεωρεί ιδιαίτερα αξιόπιστη τη δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης στη δημοσιονομική πειθαρχία, επισημαίνοντας ότι αυτή έχει αποδειχθεί στην πράξη κατά τη μεταπανδημική περίοδο και ενισχύεται από τη γενικότερη κοινωνική συναίνεση υπέρ συνετών δημοσιονομικών πολιτικών. Υπενθυμίζει μάλιστα ότι τον Ιούλιο του 2025 η Βουλή ενέκρινε με ευρεία πλειοψηφία νέο εθνικό δημοσιονομικό κανόνα που προβλέπει διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων.
Αποκλιμάκωση χρέους
Σύμφωνα με τον οίκο, σημαντική παραμένει και η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε σχεδόν κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2024-2025, φτάνοντας στο 146% του ΑΕΠ, εξέλιξη που αποδίδεται στην ανθεκτική ανάπτυξη και στα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Παρά τη βελτίωση, το επίπεδο χρέους εξακολουθεί να είναι περίπου 2,5 φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών με αξιολόγηση BBB.
Η Fitch εκτιμά πάντως ότι η πτωτική πορεία θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, με το χρέος να προσεγγίζει το 120% του ΑΕΠ έως το 2030, χάρη στη συνεχιζόμενη ανάπτυξη και στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Επιπλέον, τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, επιτρέποντας την πρόωρη αποπληρωμή δανείων και την κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών για τα επόμενα τρία χρόνια.
Το «αγκάθι»
Ωστόσο, η Fitch εντοπίζει αδυναμίες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, σημειώνοντας ότι το έλλειμμα παραμένει επίμονα υψηλό. Αν και περιορίστηκε το 2025, οι αυξημένες τιμές ενέργειας αναμένεται να προκαλέσουν νέα διεύρυνση φέτος. Από το 2023 και μετά, το έλλειμμα κινείται κατά μέσο όρο γύρω στο 6% του ΑΕΠ, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών BBB.
Η χαμηλή αποταμίευση θεωρείται βασική διαρθρωτική αιτία, ενώ οι επενδύσεις με υψηλή εισαγωγική εξάρτηση αναμένεται να εντείνουν τις πιέσεις τα επόμενα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη περιορίζει τους εξωτερικούς χρηματοδοτικούς κινδύνους.
Για τις τράπεζες
Θετική είναι και η αξιολόγηση για το τραπεζικό σύστημα. Η Fitch αναβάθμισε το 2025 τις συστημικές ελληνικές τράπεζες σε επενδυτική βαθμίδα, επικαλούμενη τη βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος και των πιστωτικών τους προφίλ.
Ο οίκος σημειώνει ότι οι τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση, σταθερή χρηματοδότηση μέσω καταθέσεων και έχουν ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό την εξυγίανση των χαρτοφυλακίων τους. Εκτιμά ακόμη ότι ο τραπεζικός κλάδος θα συνεχίσει να ωφελείται από την ανθεκτική ανάπτυξη και την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Τέλος, η Fitch υπογραμμίζει ότι οι χρηματοδοτικοί κίνδυνοι για την Ελλάδα παραμένουν χαμηλοί, χάρη στο ευνοϊκό προφίλ του δημόσιου χρέους, τη μεγάλη μέση διάρκεια αποπληρωμής, που φτάνει τα 19 χρόνια, και τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Όπως αναφέρει, το μέσο επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους βρίσκεται περίπου στο 1,5%, σημαντικά χαμηλότερα από τον ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, ο οποίος εκτιμάται κοντά στο 4%, στοιχείο που λειτουργεί υποστηρικτικά για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.





































